Περισσότερα από έξι χρόνια μετά την πανδημία της COVID-19, η εμφάνιση ειδήσεων για έναν νέο ιό εξακολουθεί να προκαλεί έντονη ανησυχία σε μεγάλο μέρος της κοινωνίας. Τα πρόσφατα κρούσματα χανταϊού και οι αναφορές σε ασθενείς επανέφεραν στη δημόσια συζήτηση φόβους που πολλοί πίστευαν ότι είχαν αφήσει πίσω τους μετά το τέλος της υγειονομικής κρίσης του κορωνοϊού.
Παρότι οι ειδικοί επισημαίνουν ότι ο χανταϊός δεν παρουσιάζει τα ίδια χαρακτηριστικά μετάδοσης με τον SARS-CoV-2 και δεν υπάρχει ένδειξη για πανδημία αντίστοιχης κλίμακας, η κοινωνική αντίδραση δείχνει ότι η εμπειρία της COVID-19 άφησε βαθύ ψυχολογικό αποτύπωμα. Για πολλούς ανθρώπους, ακόμη και η αναφορά λέξεων όπως «ιός», «επιδημία» ή «μετάδοση» αρκεί για να ενεργοποιήσει μνήμες φόβου, αβεβαιότητας και απώλειας.
Όπως εξηγεί η καθηγήτρια Ψυχολογίας Mónica Pachón-Basallo σε άρθρο της στο The Conversation, οι άνθρωποι δεν αξιολογούν τις απειλές με απόλυτα ψυχρό και ορθολογικό τρόπο. Ο εγκέφαλος επηρεάζεται από τις προηγούμενες εμπειρίες και ιδιαίτερα από γεγονότα που συνδέθηκαν με έντονο συναισθηματικό φορτίο. Η πανδημία υπήρξε μια τέτοια εμπειρία σε παγκόσμια κλίμακα.
Ο εγκέφαλος θυμάται πιο έντονα τον φόβο
Η γνωστική ψυχολογία έχει αποδείξει ότι οι αρνητικές εμπειρίες αποτυπώνονται πιο βαθιά στη μνήμη από τις θετικές. Ο κοινωνικός ψυχολόγος Roy Baumeister είχε περιγράψει αυτό το φαινόμενο με τη φράση «το κακό είναι ισχυρότερο από το καλό», εξηγώντας ότι ο ανθρώπινος εγκέφαλος επεξεργάζεται πιο έντονα τις απειλές, επειδή αυτό εξυπηρετούσε διαχρονικά την επιβίωση του ανθρώπου.
Με απλά λόγια, ο οργανισμός που θυμάται καλύτερα έναν κίνδυνο έχει περισσότερες πιθανότητες να προστατευτεί όταν τον συναντήσει ξανά. Αυτός ο εξελικτικός μηχανισμός εξακολουθεί να λειτουργεί και σήμερα, ακόμη κι αν οι απειλές έχουν αλλάξει μορφή.
Σε νευροβιολογικό επίπεδο, η αμυγδαλή -μια βασική δομή του εγκεφάλου που σχετίζεται με τον φόβο- λειτουργεί σαν «ανιχνευτής κινδύνου». Όταν ο εγκέφαλος εντοπίζει ένα πιθανό απειλητικό σήμα, ενεργοποιεί άμεσα συναισθηματικές αντιδράσεις πριν ακόμη υπάρξει πλήρης λογική επεξεργασία των πληροφοριών. Ο νευροεπιστήμονας Joseph LeDoux είχε περιγράψει αυτόν τον μηχανισμό ως μια «συντόμευση» που θυσιάζει την ακρίβεια για χάρη της ταχύτητας.
Έτσι, όταν ένας άνθρωπος διαβάζει μια είδηση για έναν νέο ιό, το σώμα και το συναισθηματικό σύστημα μπορεί να αντιδράσουν πριν προλάβει η λογική να αξιολογήσει αν η απειλή είναι πραγματικά σοβαρή. Και επειδή η πανδημία της COVID-19 υπήρξε τόσο έντονη εμπειρία, αυτό το σύστημα βρίσκεται πλέον σε μεγαλύτερη εγρήγορση.
Η περίοδος της πανδημίας συνδέθηκε με εικόνες νοσοκομείων, καθημερινές ανακοινώσεις θανάτων, περιορισμούς, κοινωνική απομόνωση και αβεβαιότητα για το μέλλον. Για εκατομμύρια ανθρώπους αποτέλεσε μια εμπειρία συνεχούς άγχους. Όλα αυτά δημιούργησαν ισχυρές συνδέσεις ανάμεσα στις ειδήσεις για ιούς και στο αίσθημα κινδύνου.
Από τον πανικό έως την άρνηση
Οι ειδικοί επισημαίνουν ότι οι άνθρωποι αντιδρούν με διαφορετικούς τρόπους όταν ενεργοποιείται αυτό το σύστημα φόβου. Ορισμένοι στρέφονται σε υπερβολική αναζήτηση πληροφοριών, παρακολουθούν συνεχώς ειδήσεις και ανησυχούν για το χειρότερο σενάριο. Άλλοι, αντίθετα, αποφεύγουν εντελώς το θέμα ή προσπαθούν να το υποβαθμίσουν.
Παρότι αυτές οι δύο αντιδράσεις μοιάζουν αντίθετες, στην πραγματικότητα έχουν κοινή ρίζα: την προσπάθεια του ψυχισμού να διαχειριστεί μια απειλή που θυμίζει το τραύμα της πανδημίας. Η υπερεπαγρύπνηση λειτουργεί ως ανάγκη ελέγχου της κατάστασης, ενώ η αποφυγή αποτελεί αμυντικό μηχανισμό απέναντι σε συναισθήματα που ο άνθρωπος δεν θέλει να ξαναζήσει.
Οι ψυχολόγοι σημειώνουν επίσης ότι πριν από την COVID-19 οι περισσότεροι άνθρωποι θεωρούσαν τις μεγάλες πανδημίες ως κάτι μακρινό, που αφορούσε άλλες εποχές ή άλλες χώρες. Η πανδημία κατέρριψε αυτή την αίσθηση ασφάλειας. Για πρώτη φορά μετά από δεκαετίες, μια παγκόσμια υγειονομική κρίση έγινε προσωπική εμπειρία σχεδόν για ολόκληρο τον πλανήτη.
Παράλληλα, η συνεχής ροή πληροφοριών μέσω διαδικτύου και κοινωνικών δικτύων ενισχύει συχνά το αίσθημα ανασφάλειας. Οι εικόνες, οι τίτλοι και οι αναρτήσεις διαδίδονται με τεράστια ταχύτητα, δημιουργώντας πολλές φορές κλίμα υπερβολικής ανησυχίας πριν ακόμη υπάρξει ολοκληρωμένη επιστημονική εικόνα για μια νέα ασθένεια. Αυτό κάνει ακόμη πιο δύσκολη τη διατήρηση ψυχραιμίας απέναντι σε ειδήσεις που σχετίζονται με την υγεία.
Ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας έχει ήδη ξεκαθαρίσει ότι ο χανταϊός δεν είναι συγκρίσιμος με τον SARS-CoV-2 ως προς τη μετάδοση και την κλίμακα κινδύνου. Ωστόσο, οι ειδικοί τονίζουν ότι το συναισθηματικό αποτύπωμα της πανδημίας παραμένει ισχυρό.
Η κατανόηση αυτού του μηχανισμού θεωρείται σημαντική ώστε οι πολίτες να μπορούν να ενημερώνονται ψύχραιμα, χωρίς να παρασύρονται ούτε από τον πανικό ούτε από την πλήρη αδιαφορία. Οι επιστήμονες επισημαίνουν ότι η σωστή ενημέρωση και η κριτική αξιολόγηση των δεδομένων αποτελούν τον καλύτερο τρόπο αντιμετώπισης κάθε νέας υγειονομικής ανησυχίας, σε μια εποχή όπου οι ειδήσεις διαδίδονται ταχύτατα και οι συλλογικές μνήμες της πανδημίας παραμένουν ακόμη ζωντανές.
| Από την εβδομαδιαία έντυπη έκδοση «Λακωνικός Τύπος Plus+»
> Κυκλοφορεί κάθε Δευτέρα στα περίπτερα και στην πόρτα σας.




