Το ξύπνημα μέσα στη νύχτα είναι μια γνώριμη εμπειρία, που συχνά συνοδεύεται από εκνευρισμό και αγωνία για την επόμενη ημέρα. Ωστόσο, μια σύντομη αφύπνιση δεν σημαίνει απαραίτητα ότι υπάρχει πρόβλημα. Ο ύπνος δεν κυλά ομοιόμορφα μέχρι το πρωί, ενώ η συνήθεια να κοιμόμαστε συνεχόμενα για οκτώ ώρες δεν ήταν πάντοτε ο κανόνας.
Όταν η νύχτα χωριζόταν στα δύο
Όπως εξηγεί ο Darren Rhodes, λέκτορας στο Πανεπιστήμιο Keele, σε άρθρο του στο The Conversation, ιστορικές αναφορές περιγράφουν έναν διαφορετικό τρόπο νυχτερινής ξεκούρασης: τον «πρώτο» και τον «δεύτερο» ύπνο.
Οι άνθρωποι κοιμούνταν λίγο μετά τη δύση του ηλίου, ξυπνούσαν για μία έως δύο ώρες μέσα στη νύχτα και στη συνέχεια επέστρεφαν στο κρεβάτι μέχρι την αυγή. Το ενδιάμεσο διάστημα αξιοποιούνταν για προσευχή, συζητήσεις ή μικροδουλειές, χωρίς να αντιμετωπίζεται απαραίτητα ως διαταραχή.
Η εξάπλωση του τεχνητού φωτισμού και οι αλλαγές στην καθημερινότητα περιόρισαν σταδιακά αυτή τη συνήθεια. Η δραστηριότητα παρατάθηκε μετά τη δύση του ήλιου και ο ύπνος συγκεντρώθηκε σε ένα ενιαίο διάστημα.
Πειράματα με παρατεταμένες περιόδους σκοταδιού έχουν επίσης καταγράψει την εμφάνιση διφασικού ύπνου. Αυτό, πάντως, δεν αποδεικνύει ότι κάθε νυχτερινό ξύπνημα αποτελεί «επιστροφή» στον ρυθμό των προγόνων μας ούτε εξηγεί κάποια ιδιαίτερη σημασία της ώρας 3 π.μ.
Το φως, το ρολόι
και ο κύκλος της ανησυχίας
Το φως αποτελεί βασικό σήμα για το εσωτερικό μας ρολόι, βοηθώντας τον οργανισμό να ξεχωρίζει την ημέρα από τη νύχτα. Η έκθεση στο τεχνητό φως το βράδυ μπορεί να καθυστερήσει την παραγωγή μελατονίνης, της ορμόνης που συνδέεται με την έναρξη του ύπνου.
Τον χειμώνα, όταν οι ημέρες μικραίνουν, το φυσικό φως προσφέρει λιγότερες ευκαιρίες συγχρονισμού αυτού του εσωτερικού ρολογιού. Το πρωινό φως λειτουργεί ως σήμα αφύπνισης, ενώ το σκοτάδι προετοιμάζει τον οργανισμό για ξεκούραση. Η εναλλαγή αυτή εξηγεί γιατί ο φωτισμός του περιβάλλοντος συνδέεται τόσο στενά με τον καθημερινό ρυθμό μας. Παράλληλα, ο φωτισμός και η διάθεση επηρεάζουν την αντίληψη του χρόνου. Έτσι, όταν μένουμε ξύπνιοι στο σκοτάδι και ανησυχούμε, τα λεπτά μπορεί να μοιάζουν πολύ περισσότερα.
Ενδεικτικά είναι τα πειράματα εικονικής πραγματικότητας που περιγράφονται από ερευνητές του Πανεπιστημίου Keele. Οι συμμετέχοντες εκτιμούσαν την ίδια χρονική διάρκεια ως μεγαλύτερη όταν βρίσκονταν σε σκοτεινά ή απογευματινά σκηνικά και ως μικρότερη σε φωτεινά περιβάλλοντα. Η διαφορά ήταν εντονότερη σε όσους είχαν χαμηλή διάθεση, αναδεικνύοντας πόσο υποκειμενική μπορεί να γίνει η αίσθηση της αναμονής.
Σύντομες αφυπνίσεις συμβαίνουν φυσιολογικά στις μεταβάσεις μεταξύ των σταδίων του ύπνου. Η συνεχής παρακολούθηση του ρολογιού και η σκέψη «πρέπει να κοιμηθώ αμέσως» μπορούν, όμως, να ενισχύσουν την ένταση και να δυσκολέψουν την επιστροφή στην ξεκούραση.
Στη γνωσιακή-συμπεριφορική θεραπεία για την αϋπνία χρησιμοποιείται, μεταξύ άλλων, η απομάκρυνση από το κρεβάτι όταν η εγρήγορση παρατείνεται, με μια ήρεμη δραστηριότητα σε χαμηλό φωτισμό και επιστροφή όταν επανέλθει η νύστα.
Ένα περιστασιακό ξύπνημα, λοιπόν, δεν χρειάζεται να γίνεται πηγή πανικού. Όταν, ωστόσο, οι διακοπές επιμένουν και επηρεάζουν την καθημερινότητα, αξίζει να αναζητηθεί η αιτία τους με τη βοήθεια ειδικού.




