Περίπου 2.100 λύκοι και 760 αρκούδες εκτιμάται ότι ζουν στην Ελλάδα, ενώ η παρουσία μεγάλων σαρκοφάγων επεκτείνεται συνολικά στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Η προστασία της άγριας ζωής, οι επιπτώσεις στην κτηνοτροφία και η εμφάνιση ζώων κοντά σε οικισμούς βρέθηκαν στο επίκεντρο ημερίδας της Εθνικής Πλατφόρμας για τα Μεγάλα Σαρκοφάγα, στη Θεσσαλονίκη.
Σύμφωνα με τον Michele Nori, στέλεχος της Γενικής Διεύθυνσης Γεωργίας και Αγροτικής Ανάπτυξης της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, ο πληθυσμός των λύκων στην ΕΕ έχει σχεδόν διπλασιαστεί μέσα σε μία δεκαετία. Σε 12 κράτη μέλη, οι επιθέσεις μεγάλων σαρκοφάγων αποτελούν σημαντικό αντικίνητρο για την εκτατική βόσκηση, με τα πρόβατα να αντιπροσωπεύουν περίπου το 90% των ζώων που θηρεύονται από λύκους.
Για την πρόληψη των ζημιών αξιοποιούνται πόροι της Κοινής Αγροτικής Πολιτικής, με παρεμβάσεις όπως περιφράξεις, αποτρεπτικές συσκευές, σκύλοι φύλαξης και υποδομές προστασίας των κοπαδιών. Όπως ανέφερε ο ίδιος, το ευρωπαϊκό πλαίσιο επιτρέπει αποζημιώσεις έως και για το 100% των άμεσων και έμμεσων ζημιών από προστατευόμενα είδη. Το 2022, οι αποζημιώσεις για ζημιές από λύκους στην ΕΕ ανήλθαν σε περίπου 18,7 εκατ. ευρώ.
Η εικόνα στην Ελλάδα
και οι εμφανίσεις κοντά σε οικισμούς
Την εκτίμηση για περίπου 760 αρκούδες πανελλαδικά παρουσίασε ο δρ Γιώργος Μερτζάνης, από το Παρατηρητήριο για τα Μεγάλα Σαρκοφάγα. Από το 1996 έχουν καταγραφεί 300 περιστατικά παράνομης θανάτωσης, αριθμός που, σύμφωνα με επιστημονικές εκτιμήσεις, αντιστοιχεί μόλις στο ένα τρίτο των πραγματικών περιστατικών.
Για τους λύκους, ο δρ Γιώργος Ηλιόπουλος, συνεργάτης της περιβαλλοντικής οργάνωσης «Καλλιστώ», ανέφερε ότι υπολογίζονται σε περίπου 2.100, επισημαίνοντας πάντως την απουσία συστηματικής παρακολούθησης σε μεγάλη έκταση. Εξήγησε ότι το είδος δεν περιορίζεται στα βουνά, αλλά αξιοποιεί διαθέσιμες πηγές τροφής και σε περιαστικές περιοχές.
Ενδεικτική είναι η περίπτωση του περιαστικού δάσους Θεσσαλονίκης, όπου, σύμφωνα με τη δασάρχη Φιλοθέη Μελά, η παρουσία αγριογούρουνων, αδέσποτων ζώων και τροφής που αφήνεται γι’ αυτά προσελκύει λύκους. Για την απομάκρυνσή τους από κατοικημένες περιοχές εφαρμόστηκαν αποτρεπτικά μέτρα σε συνεργασία με την «Καλλιστώ», παράλληλα με ενημέρωση των πολιτών.
Στη σημασία της γενετικής παρακολούθησης στάθηκε η δρ Νικολέτα Καραΐσκου, από το Τμήμα Βιολογίας του ΑΠΘ. Όπως εξήγησε, η ανάλυση δειγμάτων μπορεί να δείξει εάν επαναλαμβανόμενες ζημιές προκαλούνται από το ίδιο ζώο, επιτρέποντας πιο στοχευμένη διαχείριση. Η αξιοποίηση αυτών των εργαλείων, ωστόσο, προϋποθέτει χρηματοδότηση.




