Το λωβιασμένο βασιλόπουλο

Το παραμύθι της εβδομάδας στον «Λακωνικό Τύπο»

Παρασκευή, 28 Φεβρουάριος 2020 13:41 | | E-MAIL ΕΚΤΥΠΩΣΗ
Το λωβιασμένο βασιλόπουλο

Μια φορά κι έναν καιρό ήταν ένα βασιλόπουλο. Ζούσε σε ένα παλάτι σε μια πολιτεία. Ήταν άρρωστο. Ο βασιλιάς κι η βασίλισσα κάλεσαν τους γιατρούς. Είπαν ότι έχει λέπρα. Δεν υπήρχε γιατρειά. Το βασιλόπουλο ήθελε να γίνει καλά. Μια μέρα αποφάσισε να φύγει από το παλάτι.

Πήγε στον πατέρα του και είπε: «Θα βρω τρόπο να γίνω καλά. Ή θα γιάνω ή θα δεχτώ τη μοίρα μου. Δώσε μου ένα άλογο και φλουριά». «Παιδί μου, το σκέφτηκες καλά;» ρώτησε ο βασιλιάς. «Το σκέφτηκα! Αν μείνω εδώ, θα πεθάνω στην απομόνωση».

Ύστερα το βασιλόπουλο ζήτησε την ευχή του πατέρα του. Ο βασιλιάς του ευχήθηκε καλή τύχη. Δρόμο πήρε, δρόμο άφησε το παλικάρι κι έφτασε σε ένα χωριό. Έκατσε στη βρύση. Εκείνη την ώρα περνούσε μια γριά. Είδε το παλικάρι και του είπε: «Φαίνεσαι αρχοντόπουλο! Πως από τα μέρη μας;» «Περαστικός είμαι κυρούλα. Πάω να βρω την τύχη μου», της είπε. «Τι γυρεύεις;» ρώτησε η γριά. «Γιατρειά  από τη λέπρα», είπε αυτός.

Τότε η γριά είπε: «Να πας στο βουνό του Προφήτη Ηλία. Οι άνθρωποι φοβούνται τους λεπρούς. Εκεί κανένας δε θα σε ενοχλεί. Παρέα σου θα είναι τα αγριοκάτσικα και ένας βοσκός. Αυτός δε φοβάται τίποτα». «Σε ευχαριστώ, κυρούλα», είπε το βασιλόπουλο. Μετά έδωσε στη γριά τρία φλουριά. Αυτή του χάρισε ένα πήλινο κανάτι. «Για να πίνεις γάλα από τα αγριοκάτσικα. Είναι φάρμακο», του είπε.

Δρόμο πήρε, δρόμο άφησε το βασιλόπουλο για το βουνό. Έφτασε στον Προφήτη Ηλία πριν νυχτώσει. Είδε ένα καλύβι και χτύπησε την πόρτα. Του άνοιξε ένα βοσκός. «Τι γυρεύεις εδώ;» τον ρώτησε. «Ήρθα για να μείνω», είπε το παλικάρι. Ο βοσκός είπε: «Φαίνεσαι από αρχοντική γενιά». Το βασιλόπουλο είπε: «Έχω λέπρα». Ο βοσκός του λέει: «Μια φορά έχω δει στη ζωή μου λεπρό. Μα δε φοβάμαι. Πέρνα μέσα». Τότε το λωβιασμένο βασιλόπουλο μπήκε στο καλύβι. Ο βοσκός του είπε: «Κάθισε! Θα σε φιλέψω γάλα από τα αγριοκάτσικά μου». Το βασιλόπουλο έβγαλε το πήλινο κανάτι της γριάς. Ο βοσκός το γέμισε και είπε: «Μείνε, αν αντέχεις αυτή τη ζωή. Εμένα δε με πιάνει τίποτα. Θα σου στρώσω να κοιμηθείς». Έτσι κι έγινε.

Το άλλο πρωί το βασιλόπουλο σηκώθηκε. Δεν είδε το βοσκό. «Θα πήγε τα κατσίκια για βοσκή», σκέφτηκε. Βγήκε από το καλύβι. Περπάτησε και βρήκε το βοσκό με τα κατσίκια του. «Έλα να σε μάθω να αρμέγεις», του είπε ο βοσκός.  Άρμεξαν τα κατσίκια και μάζεψαν το γάλα σε ξύλινες καρδάρες. «Με γάλα τρέφομαι, με χόρτα και με κυνήγι. Για αυτό είμαι γερός», είπε ο βοσκός. «Θα γίνω καλά;» ρώτησε το βασιλόπουλο. «Αν το πιστεύεις, θα γίνεις!» είπε ο βοσκός.   
Το βασιλόπουλο έκατσε με το βοσκό μήνες. Μα δε γινόταν καλά. Μια μέρα ο βοσκός έφυγε να πάει στο κοντινό χωριό. Το παλικάρι έμεινε μόνο του. Έβγαλε τα κατσίκια για βοσκή. Μια κατσίκα έπεσε κι έσπασε το ποδάρι της. Μετά άκουσε τα άλλα κατσίκια να βελάζουν, να χτυπάνε τα πόδια τους στο χώμα. Δεν έδωσε σημασία. Τα βυζιά της κατσίκας φούσκωσαν. Έτρεχαν γάλα. Χυνόταν χάμω. Τότε ένα φίδι το μυρίστηκε. Σούρθηκε κοντά της. Ήπιε το γάλα. Ύστερα άρχισε να τη βυζαίνει. Ρούφηξε πολύ γάλα. Πρήστηκε. Κυλιόταν κάτω. Ξέρασε το γάλα με το φαρμάκι του ανακατωμένο.

Το βασιλόπουλο τα είδε αυτά και είπε: «Τόσο καιρό δε βλέπω γιατριά. Λωβιασμένο άνθρωπο κανένας δεν τόνε θέλει. Ας πιω το φαρμάκι που ξέρασε το φίδι, να πεθάνω, να γλιτώσω από τα βάσανα». Έτσι κι έκανε. Ήπιε το ξερατό του φιδιού κι έπεσε χάμω. Όταν ήρθε ο βοσκός βρήκε το βασιλόπουλο σαν άψυχο. Το άρπαξε αγκαλιά, το έβαλε στο καλύβι και το φρόντισε. Σε λίγες μέρες πήρε τα απάνω του το βασιλόπουλο. Τα σημάδια της λέπρας υποχώρησαν. Ο βοσκός δεν πίστευε στα μάτια του. «Έγινες καλά! Κοίτα τα χέρια σου, τα πόδια σου. Ψηλάφισε το πρόσωπό σου», του είπε. Το παλικάρι κοίταξε κι είδε ότι ο βοσκός είχε δίκιο. Σηκώθηκε από το στρώμα κι έκλαιγε από τη χαρά του.

Τότε κι οι δύο πίστεψαν ότι το φαρμάκι του φιδιού μαζί με το γάλα ήταν το γιατρικό. Δεν ήξεραν πως να το εξηγήσουν. Το βασιλόπουλο είπε στο βοσκό: «Πρέπει να γυρίσω στο παλάτι. Θα με έχουν πια ξεγράψει. Σκέψου τι χαρά θα κάνουν σαν με δουν πίσω γερό». Έδωσε ένα πουγκί φλουριά στο βοσκό. Αυτός δεν τα δέχτηκε. Το παλικάρι του είπε: «Πάρτα, για να αγοράσεις ένα άλογο. Σου χρειάζεται. Αν δεν ερχόμουν εδώ, δεν είχα ελπίδα να σωθώ. Θα σε περιμένω στο παλάτι. Αν δεν έρθεις, θα έρθω εγώ να σε βρω. Για μένα είσαι πάνω από αδερφός, γιατί με δέχτηκες άρρωστο». Τότε ο βοσκός πήρε τα φλουριά. Αγκάλιασε το βασιλόπουλο και είπε: «Θα έρθω! Να με περιμένεις».

Το βασιλόπουλο γύρισε στο παλάτι. Οι γονείς του σάστισαν, σαν τον είδαν γερό. Το παλικάρι τους ιστόρησε πως έγιανε από την αρρώστια. Ο βοσκός τους επισκεπτόταν συχνά. Ο βασιλιάς κι η βασίλισσα ευγνωμονούσαν τον άνθρωπο που βοήθησε στο παιδί τους. Κι έζησαν αυτοί καλά κι εμείς καλύτερα.

Δήμητρα Μπουμποπούλου

Ενημερωθείτε για όλη την επικαιρότητα της Λακωνίας και όχι μόνο μέσα από τη συνεχή ροή του www.lakonikos.gr. Κάνετε like στη σελίδα και γίνετε μέλος στην ομάδα του lakonikos.gr στο Facebook για να μαθαίνετε τα νέα πρώτοι! Με το κύρος και την αξιοπιστία του "Λακωνικού Τύπου", της μοναδικής ημερήσιας εφημερίδας της Λακωνίας με ιστορία 20 και πλέον ετών

ΔΕΙΤΕ ΤΑ ΟΛΑ ΣΤΗΝ ΚΑΤΗΓΟΡΙΑ ΒΙΒΛΙΟ
του Ηλία Μακρή
Το κλίκ της ημέρας
του Ηλία Μακρή
oncologists.gr

Πρόσφατα Νέα