Ο μυλωνάς και η ξωθιά

Το παραμύθι της εβδομάδας στον «Λακωνικό Τύπο»

Παρασκευή, 28 Αύγουστος 2020 12:37 | | E-MAIL ΕΚΤΥΠΩΣΗ
Ο μυλωνάς και η ξωθιά

Μια φορά κι έναν καιρό ήταν ένας μυλωνάς που ζούσε σε ένα χωριό με τη μάνα του. Είχε το μύλο του λίγο πιο έξω από το χωριό, πλάι σε ένα ποτάμι. Ήθελε να δουλεύει κοντά στη φύση. Στο μύλο του πήγαιναν κάθε λογής άνθρωποι από τα γύρω χωριά, για να αλέσουν το σιτάρι τους. Κόσμος έμπαινε, κόσμος έβγαινε κι όλα κυλούσαν καλά.

Μια νύχτα με πανσέληνο, την ώρα που έφευγε από τον μύλο, ο μυλωνάς είδε μια πεντάμορφη ξωθιά να χορεύει πλάι στο ποτάμι. Σαν την κοίταξε, ξεμυαλίστηκε. Εκείνη, όταν ένιωσε την παρουσία του, βούτηξε μέσα στο ποτάμι και χάθηκε στα νερά του.

Ο μυλωνάς, όμως, δε μπορούσε να συμμαζέψει το νου του, ύστερα από αυτή τη συνάντηση με την ξωθιά. Ήθελε να την ξαναδεί, μα πιο πολύ ήθελε να την κάνει γυναίκα του. Η μάνα του μυλωνά κατάλαβε ευθύς ότι κάτι συμβαίνει με το γιο της. Τον έβλεπε όλο σκεφτικό. Μια μέρα πήρε το θάρρος και του είπε: «Γιε μου, είναι μέρες τώρα που κάτι σε βασανίζει. Αν θες μου πεις τι έχεις, ίσως μπορέσω να σε βοηθήσω». Ο μυλωνάς τότε της λέει: «Αγάπησα μια ξωθιά και τη θέλω για γυναίκα μου. Μα δεν ξέρω ούτε που να την βρω».

Η μάνα του, σαν το άκουσε, δαγκώθηκε. Του είπε: «Γιε μου, οι ξωθιές θέλουν να ζουν ελεύθερες και να τριγυρνάνε σε σπηλιές, σε λόγγους, σε βουνά κι όπου υπάρχουν νερά. Πάνε σε λίμνες, σε ποτάμια σε καταρράκτες, σε πηγές. Παίζουν με λαλούμενα, χορεύουν, σεργιανούν εδώ κι εκεί, στα χωράφια και στα έρημα μέρη. Πώς να φυλακίσεις ένα τέτοιο πλάσμα; Είναι αερικά και δεν πιάνονται αυτές. Δε σκέπτεσαι σωστά να θες μια ξωθιά για γυναίκα σου. Ένας χωριανός μας έπεισε κάποτε μια ξωθιά να τον παντρευτεί, αφού πρώτα άρπαξε το μαντήλι της. Μα εκείνη γύρευε ολοένα το μαντήλι, για να μπορέσει να σπάσει τα δεσμά και να φύγει. Μια μέρα το βρήκε κι έγινε άφαντη. Ούτε την ξαναείδε εκείνος και μαράζωσε από τον καημό του».

Ο μυλωνάς είπε: «Μπορεί να μίλησες φρόνιμα, μάνα, μα εξακολουθώ να θέλω την ξωθιά. Θα παραφυλάω κάθε βράδυ στο μύλο κι άμα ξαναφανεί, θα πάρω το μαντήλι της. Θέλω να ιδώ τι θα κάμει». Η μάνα του λέει: «Κάμε όπως νομίζεις. Μα να ξέρεις πως με το ζόρι κανέναν δεν κρατάς». Ο μυλωνάς είπε: «Δεν έχω τέτοιο σκοπό, μάνα. Μόνο να την κρατήσω μια στιγμή στην αγκαλιά μου. Ύστερα, αν θέλει, ας φύγει». Η μάνα του δεν είπε πια τίποτε άλλο κι εκείνος έφυγε για το μύλο.

Σαν έφτασε εκεί ο μυλωνάς, τελείωσε με τα αλέσματα της ημέρας και περίμενε να νυχτώσει. Στεκόταν πίσω από το παραθύρι και παραφύλαγε. Είδε την ξωθιά στο ποτάμι μαζί με άλλες δύο ξωθιές. Κολυμπούσαν και κάνανε πειράγματα αναμεταξύ τους. Ύστερα βγήκαν στην όχθη του ποταμού. Έβγαλαν τα κεφαλομάντηλά τους, τα ακούμπησαν σε κάτι λυγαριές και χτένιζαν τα μαλλιά τους.

Ο μυλωνάς βγήκε από ένα χαμηλό πορτάκι του μύλου, σούρθηκε μέχρι τις λυγαριές κι άρπαξε το κεφαλομάντηλο της ξωθιάς που του άρεσε. Ύστερα κρύφτηκε και περίμενε να δει τι θα κάνει. Οι τρεις ξωθιές, όταν θέλησαν να φύγουν, αναζήτησαν τα μαντήλια τους. Οι δύο τα φόρεσαν και χάθηκαν μέσα στα νερά του ποταμού. Μα η τρίτη δεν βρήκε το δικό της. Κοιτούσε ολόγυρα, έψαχνε κι είχε αλαφιαστεί.

Τότε ο μυλωνάς παρουσιάστηκε μπροστά της. Κρατούσε το μαντήλι της στα  χέρια. Της είπε: «Αυτό γυρεύεις;» Εκείνη σάστισε, σαν τον είδε. Του είπε: «Δώσε μου το μαντήλι, αλλιώς χάθηκα». Ο μυλωνάς της είπε: «Θέλω να σε κάνω γυναίκα μου». Η ξωθιά του λέει: «Είσαι όμορφο παλικάρι. Μα αυτό που ζητάς δε γίνεται». Ο μυλωνάς στενοχωρήθηκε, αλλά της είπε: «Αν με αφήσεις να σε κρατήσω λίγο στην αγκαλιά μου, τότε θα σου δώσω το μαντήλι. Σου δίνω το λόγο μου». Η ξωθιά του είπε: «Θα σε πάω σε μια ακρογιαλιά. Θα χορέψουμε μαζί ως το ξημέρωμα. Αν αντέξεις το χορό κι εγώ πέσω πρώτη χάμω, θα σε αφήσω να με πάρεις στην αγκαλιά σου. Μα ύστερα θα μου δώσεις το μαντήλι».

Ο μυλωνάς, αν και είχε κουραστεί από τους κόπους της δουλειάς όλη μέρα, είπε: «Δέχομαι την πρότασή σου». Η ξωθιά τον έπιασε από το χέρι και σαν από θαύμα βρέθηκαν σε ένα ακρογιάλι. Το φεγγάρι και τα άστρα φώτιζαν τον ουρανό και την αμμουδιά. Τότε άρχισαν οι δυο τους να χορεύουν πλάι στο κύμα. Χόρευαν,  χόρευαν κι οι ώρες περνούσαν, μέχρι που φάνηκαν στον ουρανό τα πρώτα γλαροπούλια της ημέρας. Τότε η ξωθιά λύγισε από τον ολονύχτιο χορό, ζαλίστηκε και λιποθύμησε. Ο μυλωνάς την πήρε αγκαλιά και φίλησε τα ξανθά μαλλιά της. Ύστερα της φόρεσε το κεφαλομάντηλό της κι εκείνη έγινε άφαντη.

Ο μυλωνάς βρέθηκε άξαφνα μέσα στο μύλο του, να αναρωτιέται αν αυτά που έζησε ήταν αλήθεια ή παραμύθι. Κατάλαβε, τότε, πως οι ξωθιές είναι άπιαστα πλάσματα κι ελεύθερα. Κι έζησε αυτός καλά κι εμείς καλύτερα.

Δήμητρα Μπουμποπούλου

φωτο: www.mozaweb.com

ΔΕΙΤΕ ΤΑ ΟΛΑ ΣΤΗΝ ΚΑΤΗΓΟΡΙΑ ΒΙΒΛΙΟ
του Ανδρέα Πετρουλάκη
Το κλίκ της ημέρας
του Ανδρέα Πετρουλάκη
oncologists.gr

Πρόσφατα Νέα

Σπανός Γεώργιος