Ο ψαράς και τα άσπρα πανιά

Το παραμύθι της εβδομάδας στον «Λακωνικό Τύπο»

Παρασκευή, 28 Αύγουστος 2020 12:43 | | E-MAIL ΕΚΤΥΠΩΣΗ
Ο ψαράς και τα άσπρα πανιά

Μια φορά κι έναν καιρό ήταν ένας ψαράς. Ζούσε με τη γυναίκα του σε ένα χωριό. Ένα πρωί γύρισε από το καφενείο. Βρήκε τη γυναίκα του μαρμαρωμένη στην αυλή. Ήταν η ημέρα της γιορτής του Αϊ-Γιαννιού. Ήθελε να την ξεμαρμαρώσει.

Πήγε ο ψαράς σε μια γειτόνισσα και τη ρώτησε: «Είδες τη γυναίκα μου;» Αυτή είπε: «Την είδα χτες στην αυλή με τα γειτονόπουλα. Τα ρωτούσε: ‘‘Τι γιορτή είναι αύριο και θα ανάψετε φωτιές’’; Της λένε τα παιδιά: ‘‘Είναι του Αϊ-Γιαννιού! Δεν το ξέρεις; Για αυτό βάνεις μπουγάδα;’’ Εκείνη είπε: ‘‘Θα βάλλω τη μπουγάδα. Τι με σκοτίζετε;’’ Σήμερα, την ώρα που βγήκα να πάω στην εκκλησιά, είδα τη γυναίκα σου. Άπλωνε τη μπουγάδα. Άσπρα τα πανιά της. Μετά έφυγα». «Να είσαι καλά γειτόνισσα!» της λέει αυτός.

Ο ψαράς δεν ήθελε να μάθουν όλοι τι έπαθε η γυναίκα του. Κατάλαβε ότι περιφρόνησε τη γιορτή του Αγίου, για αυτό μαρμάρωσε. Πήγε στο σπίτι ενός γέρου. Του είπε: «Σήμερα βρήκα τη γυναίκα μου μαρμαρωμένη στην αυλή του σπιτιού. Αψήφησε τη γιορτή του Αγίου κι έκανε δουλειές. Υπάρχει τρόπος να γίνει όπως ήτανε;»

Ο γέρος αποκρίθηκε: «Θα πας στο μοναστήρι του Αγίου Ιωάννη του Προδρόμου. Θα βρεις τον γέροντα. Αυτός θα σε βοηθήσει». «Ο Θεός να σου δίνει υγεία γέροντα!» είπε ο ψαράς κι έφυγε για το σπίτι του.

Ο ψαράς καβάλησε το άλογό του και ξεκίνησε για το μοναστήρι. Ήταν μακριά. Βράδιασε κι είχε άλλες δύο μέρες δρόμο. Σε ένα χωριό χτύπησε μια πόρτα. Του άνοιξε μια γριά. Τη ρωτάει ο ψαράς: «Να μείνω εδώ το βράδυ; Πάω στον Άγιο Ιωάννη τον Πρόδρομό». «Πέρασε μέσα! Αν ήμουν νέα, θα ερχόμουν μαζί σου», του λέει η γριά. Ύστερα έστρωσε τραπέζι. Φάγανε.

«Γιατί πας στη μονή;» ρωτάει η γριά. «Πάω για τη γυναίκα μου. Αυτό κι αυτό έπαθε», της λέει ο ψαράς. Η γριά δεν έβγαλε μιλιά.  «Δεν θα κρίνω τη γυναίκα σου. Εύχομαι να σε βοηθήσει με την προσευχή του ο γέροντας. Θα μου φέρεις αγίασμα από το μοναστήρι;»  «Θα σου φέρω!» της είπε αυτός.

Το πρωί, δρόμο πήρε, δρόμο άφησε ο ψαράς… Συναντάει μια χήρα με ένα παιδί. Τόνε ρωτάει: «Πούθε πας;» Λέει αυτός: «Πάω στο μοναστήρι του Προδρόμου!» «Εκεί πάμε κι εμείς. Θα πάρεις το παιδί μου στο άλογο; Κουράστηκε». «Θα το πάρω», της λέει αυτός.

Ο ψαράς ανέβασε το παιδί στο άλογο. Προχώρησε. Σαν βράδιασε κοιμήθηκαν σε ένα κτήμα κάτω από μια ελιά. Το πρωί το παιδί πεινούσε. Άρχισε να κλαίει, να ζητά τη μάνα του. Ένας γέρος φάνηκε με τις κατσίκες του. Ο ψαράς ζήτησε γάλα για το παιδί. Ο γέρος άρμεξε μια κατσίκα. Τους έδωσε να πιει. Το παιδί ηρέμησε. Ο ψαράς θέλησε να τον πληρώσει. Ο γέρος του είπε: «Δεν δέχομαι λεφτά. Πούθε πας;» «Πάω στο μοναστήρι του Προδρόμου», του λέει ο ψαράς. «Θα μου φέρεις λιβάνι», είπε ο γέρος.  «Μείνε ήσυχος!» λέει ο ψαράς.

Ο ψαράς με το παιδί συνέχισαν. Το βράδυ έφτασαν σε ένα δάσος. Πλησίαζαν στη μονή. Τότε πετάγεται μπροστά τους ένας ληστής. Κρατούσε ένα τουφέκι. «Δώσε ό,τι λεφτά έχεις! Αλλιώς θα σκοτώσω το παιδί», του λέει. «Θα σου δώσω!» λέει ο ψαράς. Του έδωσε τα λεφτά. Ο ληστής τα βρήκε λίγα. «Βγάλε τη βέρα σου και το σταυρό του παιδιού», είπε.

Ο ψαράς τα έβγαλε να του τα δώσει. Παρουσιάζεται τότε ένας λιγνός, ξυπόλητος άντρας. Λέει στο ληστή: «Μην τα πάρεις!» Ο ληστής γέλασε. Ο άντρας τον κοίταξε με βλέμμα διαπεραστικό. «Ποιος είσαι;» τον ρωτάει ο ληστής. «Είμαι ο προστάτης του μοναστηριού», είπε ο άντρας. Τότε βγήκε ένα εκτυφλωτικό φως από μέσα του. Ο ληστής τα έχασε. Άφησε τα κλοπιμαία και το έβαλε στα πόδια. Ο λιγνός άντρας εξαφανίστηκε.

Ο ψαράς και το παιδί σάστισαν. Πώς να εξηγήσουν αυτό που είδαν; Προχώρησαν. Έφτασαν στο μοναστήρι. Οι μοναχοί τους έδωσαν κελάκι για να μείνουν. Μέσα υπήρχε μια εικόνα του Αγίου Ιωάννη του Προδρόμου. Η μορφή του ήταν ίδια με του άντρα που είδαν στο δάσος. «Αυτός ήταν!» είπε το παιδί που δε χόρταινε να κοιτάει την εικόνα. Μετά έπεσαν για ύπνο.
Την άλλη μέρα ο ψαράς πήγε στον γέροντα της μονής. Τον ρώτησε: «Υπάρχει τρόπος να γίνει καλά η γυναίκα μου;» Ο γέροντας του είπε: «Γύρνα σπίτι σου. Να προσεύχεσαι σε όλο το δρόμο στον Άγιο Ιωάννη τον Πρόδρομο. Θα προσεύχομαι κι εγώ. Η γυναίκα σου θα γίνει καλά. Να της πεις, από δω και πέρα, να τιμάει και να σέβεται τους αγίους». Ο ψαράς είπε: «Σε ευχαριστώ γέροντα. Με την ευχή σου!»   

Ο ψαράς δρόμο πήρε, δρόμο άφησε για το χωριό του. Πέρασε από τη γριά και το γέρο. Τους άφησε το αγίασμα και το λιβάνι. Στο δρόμο όλο προσευχόταν. Έφτασε σπίτι του κι η γυναίκα του είχε ξεμαρμαρώσει. «Που ήσουνα;» ρώτησε τον άντρα της. Αυτός της ιστόρησε για το μοναστήρι και της είπε την ορμήνια του γέροντα.

Εκείνη του λέει: «Άντρα μου, από δω και πέρα θα τιμώ τους Αγίους. Θα με πας και στον Άγιο Ιωάννη τον Πρόδρομό. Θέλω να ευχαριστήσω τον γέροντα». Κι έζησαν αυτοί καλά κι εμείς καλύτερα.

Δήμητρα Μπουμπουπούλου

φωτο: πίνακας του Hendrick Avercamp (1585-1634)

ΔΕΙΤΕ ΤΑ ΟΛΑ ΣΤΗΝ ΚΑΤΗΓΟΡΙΑ ΒΙΒΛΙΟ
του ΚΥΡ
Το κλίκ της ημέρας
του ΚΥΡ
oncologists.gr

Πρόσφατα Νέα

Σπανός Γεώργιος