Ο ξυλουργός και ο Χρόνος

Το παραμύθι της εβδομάδας στον «Λακωνικό Τύπο»

Παρασκευή, 30 Οκτώβριος 2020 12:06 | | E-MAIL ΕΚΤΥΠΩΣΗ
Ο ξυλουργός και ο Χρόνος

Μια φορά κι έναν καιρό ήταν ένας ξυλουργός. Ζούσε σε ένα χωριό. Ήταν ολόχαρος άνθρωπος. Απολάμβανε την κάθε στιγμή που ζούσε. Δεν τον ένοιαζε που δεν είχε φαμελιά. Ήθελε να ζήσει χίλια χρόνια.

Μια μέρα το αποφάσισε: «Θα πάω να βρω το Χρόνο, συλλογίστηκε. Θα του ζητήσω να σταματήσει για μένα. Άνθρωποι σαν εμένα έπρεπε να ζουν τρεις ζωές». Σέλωσε το άλογό του. Πήρε μαζί του ένα πουγκί με λεφτά και τα ξυλουργικά του εργαλεία. Ξεκίνησε. Δρόμο πήρε, δρόμο άφησε για το διπλανό χωριό. Εκεί ζούσε ένας γέρος ίσα με εκατό χρονών. Πήγε σπίτι του.

Ο γέρος καθόταν στην αυλή και λιαζότανε. «Τι κάνεις, γέρο-Μηνά;» τον ρώτησε ο ξυλουργός. «Καλώς τον! Πως από το χωριό μας;» ρώτησε ο γέρος. «Θέλω να βρω το Χρόνο. Θα με βοηθήσεις;» ρώτησε ο ξυλουργός. «Ο Χρόνος, γιε μου, δε μένει ποτέ ακίνητος. Ξέρω μόνο ότι έχει ένα παλάτι. Εκεί πηγαίνει μετά τα μεσάνυχτα να ξεκουραστεί». «Που βρίσκεται το παλάτι του Χρόνου, γέρο-Μηνά;» «Θα περάσεις το βουνό και ένα ποτάμι. Θα δεις μια μεγάλη πεδιάδα. Θα σου φανεί ατέλειωτη. Θα προχωρήσεις τρεις μέρες και τρεις νύχτες. Τότε θα δεις να ορθώνεται μπροστά σου ένα παλάτι από μάλαμα. Εκεί ξεκουράζεται για λίγο ο Χρόνος. Αν τον πετύχεις, έχει καλώς».

Ο ξυλουργός αποχαιρέτησε το γέροντα. Δρόμο πήρε, δρόμο άφησε κι ανέβηκε στην κορυφή του βουνού. Συναντάει έναν κυνηγό. «Καλά πάω για το παλάτι του Χρόνου;» τον ρωτάει. «Πάρε το μονοπάτι στα δεξιά και να προσέχεις. Παραπέρα ο δρόμος είναι δύσκολος, το βουνό κακοτράχαλο», είπε ο κυνηγός.

Στο κατέβασμα του βουνού το μονοπάτι στένευε πολύ. Το άλογο ίσα που χωρούσε να περάσει. Σε μια στροφή φάνηκε μπροστά του ένα νεραϊδοπαίδι. Του λέει: «Από δω που πας, θα σκοτωθείς. Αν θες να βγεις στο ποτάμι, θα σε οδηγήσω από σίγουρο πέρασμα. Αρκεί να κάνεις κάτι για μένα. Τι ξέρεις να κάνεις καλά;» «Είμαι ξυλουργός!» είπε ο νέος. «Θα μου φτιάξεις ένα ξύλινο σπιτάκι πάνω σε ένα δέντρο. Είναι το όνειρό μου», είπε το νεραϊδοπαίδι. «Θα γίνει!» είπε ο ξυλουργός.

Τότε το νεραϊδοπαίδι είπε κάτι μπερδεμένα λόγια. Ένα μυστικό πέρασμα φάνηκε στο βουνό. Μπήκαν μέσα. Ύστερα από ώρα περπάτημα σε σκοτεινά, ανήλιαγα μέρη, βγήκαν πάλι στο φως. «Φτάσαμε στο ποτάμι! Φτιάξε μου τώρα το σπιτάκι που σου ζήτησα στο μεγάλο πλάτανο», είπε το νεραϊδοπαίδι.

Ο ξυλουργός στρώθηκε στη δουλειά. Έκοψε κορμούς δέντρων. Τους έδεσε, τους ταίριαξε, τους έβαλε στο δέντρο όπως έπρεπε. Έφτιαξε ένα σπιτάκι. Το νεραϊδοπαίδι χάρηκε. «Είναι το πιο ωραίο δεντρόσπιτο, που έχω δει. Για τη χαρά που μου έδωσες πάρε αυτή τη φλογέρα. Όταν παίζεις, θα σου ανοίγουν όλες οι πόρτες», είπε στον ξυλουργό. Ο ξυλουργός φύλαξε τη φλογέρα.

Δρόμο πήρε, δρόμο άφησε και βγήκε σε μια πεδιάδα. Προχώρησε δύο μέρες και δύο νύχτες. Κουράστηκε. Είδε ένα σπίτι το βράδυ της δεύτερης μέρας. Χτύπησε την πόρτα. Του άνοιξε μια λευκοντυμένη γυναίκα.

«Να ξαποστάσω εδώ απόψε;» τη ρώτησε. «Μόνο για απόψε! Το χάραμα θα φύγεις», του είπε αυτή. Η γυναίκα έστρωσε τραπέζι. Μόλις απόφαγαν τον ρώτησε: «Που πας;» «Στο παλάτι του Χρόνου», είπε ο ξυλουργός. Η γυναίκα είπε: «Το φυλάνε τα παιδιά του: τα λεπτά, τα δευτερόλεπτα, οι ώρες, οι μέρες, οι εβδομάδες, οι μήνες, οι εποχές. Στέκουν μέσα κι έξω από το παλάτι. Δεν αφήνουν κανένα να μπει. Μόνο μια βαριά μαλαματένια αυλόπορτα μένει αφύλαχτη. Έχει πάνω ένα χρυσό ρολόι. Ούτε άνθρωπος, ούτε θεριό δε μπορεί να την ανοίξει». «Εγώ μπορώ!» είπε ο ξυλουργός. Μετά κοιμήθηκαν.

Το χάραμα ο ξυλουργός είπε στη γυναίκα: «Τι να κάνω για σένα; Μου φέρθηκες καλά». Αυτή είπε: «Να μου φέρεις μια καρδερίνα από τον κήπο του παλατιού του χρόνου. Αγαπώ το κελάηδημά της!» Ο ξυλουργός είπε: «Θα σου φέρω!» κι έφυγε.

Δρόμο πήρε, δρόμο άφησε κι έφτασε στο παλάτι του Χρόνου πριν τα μεσάνυχτα. Βρήκε την πόρτα με το ρολόι. Έβγαλε τη φλογέρα. Έπαιξε. Η πόρτα άνοιξε διάπλατα. Μπήκε στον κήπο. Ησυχία παντού. Ένα χέρι τον άρπαξε. Τον έμπασε στο παλάτι. Ήταν το νεραϊδοπαίδι. Του είπε: «Σε ακολούθησα. Ήθελα να δω που θα πας. Μόλις είδα ότι ερχόσουν εδώ, μου άρεσε η ιδέα να μπω κι εγώ στο παλάτι του χρόνου».  

Κρύφτηκαν σε μια γωνιά πίσω από μια βιβλιοθήκη. Περίμεναν. Μόλις το ρολόι χτύπησε μεσάνυχτα όλα τα παιδιά του Χρόνου: τα λεπτά, τα δευτερόλεπτα, οι ώρες, οι μέρες, οι εβδομάδες, οι μήνες κι οι εποχές μαζεύτηκαν στη σάλα του παλατιού. Ο Χρόνος μπήκε στο παλάτι. Φίλησε ένα-ένα τα παιδιά του. «Θα ξαπλώσω λίγο να ξεκουραστώ», τους είπε.

Ο ξυλουργός μπήκε στο δωμάτιο με το νεραϊδοπαίδι. Στάθηκε μπροστά στο ντιβάνι, που είχε ξαπλώσει ο Χρόνος κι είπε: «Ήθελα πολύ να σε γνωρίσω!» Ο Χρόνος θύμωσε. Πετάχτηκε από το ντιβάνι  και φώναξε: «Τι ζητάς; Ξέρεις ότι αυτό το λίγο που ξαποσταίνω είναι σπουδαίο για μένα;».  

Ο ξυλουργός είπε: «Θέλω να σταματήσεις για μένα Χρόνε! Αγαπώ πολύ τη ζωή. Θα ήθελα να ζήσω χίλια χρόνια». Ο Χρόνος του είπε: ««Δε θα κάνω για σένα τίποτα περισσότερο από ό,τι κάνω για κάθε άνθρωπο. Αν θες να ζήσεις χίλια χρόνια, ζήσε την κάθε στιγμή σου με ευγνωμοσύνη και χαρά για τον Δημιουργό που στη δώρισε. Κάνε πράγματα που δε θα τολμούσες ποτέ να κάνεις. Ταξίδεψε, αγάπησε, απόκτησε γνώσεις. Είναι πολύτιμος ο Χρόνος που σου δόθηκε. Σκέψου πως θα ζήσεις κάθε λεπτό της ζωής σου που περνά. Έτσι θα έχεις ζήσει χίλιες ζωές σε μία. Τώρα φύγε, γιατί η ζωή κυλάει και για μένα. Θα έρθει ο καινούριος Χρόνος. Μέχρι τότε πρέπει να τελειώσω ό,τι έχω σχεδιάσει να κάνω».

Ο ξυλουργός κοίταξε το Χρόνο στα μάτια. Δεν είχε τίποτα να πει, τίποτα πια να ζητήσει. Ο Χρόνος είχε δίκιο. Αποφάσισε να κάνει ό,τι τον συμβούλεψε. Βγήκε στον κήπο του παλατιού. Μες στο σκοτάδι άρπαξε μια καρδερίνα που κελαηδούσε, χωρίς να τον δει κανείς. Βγήκε από την πόρτα που είχε μπει.

Ύστερα ο ξυλουργός πήγε στο σπίτι της λευκοντυμένης γυναίκας. Της έδωσε την καρδερίνα. «Βρήκες το Χρόνο;» τόνε ρώτησε αυτή. Αυτός αποκρίθηκε: «Τον βρήκα! Μόνο όταν τον κοίταξα στα μάτια και του μίλησα, κατάλαβα ότι η ζωή είναι τώρα κι όχι αύριο». Μετά αποχαιρέτησε κι έφυγε.

Ο ξυλουργός γύρισε στο χωριό του. Έζησε τα υπόλοιπα χρόνια της ζωής του με περίσσια σκέψη και χωρίς καμία σπατάλη χρόνου. Κι όταν ήρθε η ώρα να φύγει από τη ζωή, ήταν πια χορτάτος από όλα.

Δήμητρα Μπουμποπούλου

ΔΕΙΤΕ ΤΑ ΟΛΑ ΣΤΗΝ ΚΑΤΗΓΟΡΙΑ ΒΙΒΛΙΟ
του ΚΥΡ
Το κλίκ της ημέρας
του ΚΥΡ
oncologists.gr

Πρόσφατα Νέα

Linardi Anastasia
Σπανός Γεώργιος