Ο φυματικός κι η πέτρα της κουφής

Το παραμύθι της εβδομάδας στον «Λακωνικό Τύπο»

Παρασκευή, 19 Μάρτιος 2021 12:40 | E-MAIL ΕΚΤΥΠΩΣΗ
Ο φυματικός κι η πέτρα της κουφής

Μια φορά κι έναν καιρό ήταν ένα παλικάρι που ζούσε σε ένα χωριό της Κύπρου. Αρρώστησε βαριά από μια ανίατη ασθένεια, τη φυματίωση. Όποιος ήταν φυματικός τον έστελναν εκείνα τα χρόνια στην εξοχή, στον καθαρό αέρα του βουνού. Τον απομόνωναν από τους άλλους, για να μην τους μεταδώσει την ασθένεια. Έτσι έγινε με το παλικάρι. Τον πήγαν στο βουνό σε ένα καλύβι και τον άφησαν.  

Μια μέρα βγήκε για περίπατο στο βουνό. Συναντάει ένα γέρο καμπούρη. Κουβαλούσε δύο σακιά ξύλα κι αγκομαχούσε. Ο φυματικός είπε: «Άσε τα σακιά, γέροντα, να τα κουβαλήσω εγώ στο καλύβι σου. Δείξε μου που να πάω». Ο γέρος σήκωσε το χέρι. Του έδειξε το δρόμο. Πήγαν στο καλύβι. Ο φυματικός άφησε τα σακιά πλάι στο τζάκι. Τότε τον έπιασε βήχας δυνατός. Δε σταματούσε. Έφτυσε αίμα στο μαντήλι του.  

«Τι έχεις;» τον ρώτησε ο γέρος. «Είμαι φυματικός! Θα φύγω, να μη σε κολλήσω». Λέει ο γέρος: «Κάθισε. Θα σου πω πως θα βρεις την υγειά σου. Πήγαινε να βρεις την κουφή και να πάρεις την πέτρα». Ο φυματικός νόμιζε ότι ο γέρος τα έχει χάσει. «Τι λες, γέροντα;» Ο γέρος αποκρίνεται: «Η κουφή είναι μένει σε ένα καλύβι στο δάσος. Όταν κοιμάται, αν την χτυπήσεις στο λαιμό με ένα ραβδί, πετάγεται από το στόμα της μια πέτρα. Είναι θαυματουργή. Γιατρεύει κάθε ασθένεια. Το χώμα το κάνει χρυσάφι, τα λιθάρια διαμάντια, τις στείρες γυναίκες τις κάνει να γεννούν. Αν κάποιος ανόρεχτος την ακουμπήσει στη γλώσσα του, ανοίγει η όρεξή του». Ο φυματικός δεν πίστευε στα αφτιά του. Είπε: «Γέροντα σε ευχαριστώ!» Ο γέρος του έδωσε ένα ραβδί και του λέει: «Θα σου χρειαστεί!».

Ύστερα, δρόμο πήρε, δρόμο άφησε ο φυματικός και μπήκε στο δάσος. Προχώρησε κι είδε ένα καλύβι. Κοίταξε από το παραθύρι. Ψυχή δεν ήταν μέσα.
Ακούει μια φωνή: «Γυρεύεις την κουφή;» Γυρίζει και βλέπει έναν κόρακα πάνω σε ένα δέντρο. «Ναι!» λέει ο φυματικός. «Το σούρουπο γυρίζει εδώ. Όλη μέρα τριγυρνάει στο δάσος. Είναι σαν αγρίμι. Δε ζυγώνει άνθρωπο», λέει ο κόρακας. «Θέλω να πάρω την πέτρα!» είπε ο φυματικός. «Σαν κοιμηθεί, θα την πάρεις. Η κουφή δε θα σε νιώσει, αφού δεν ακούει», λέει ο κόρακας.

Ο φυματικός πήγε στο καλύβι της κουφής τα μεσάνυχτα. Αυτή κοιμόταν. Πλησίασε στο κρεβάτι της. Σήκωσε το ραβδί του. Της έδωσε μια δυνατή στο λαιμό. Πετάχτηκε τότε από το στόμα της μια άσπρη πέτρα. Το παλικάρι την άρπαξε. Η κουφή πόνεσε και βογκούσε. Έκανε να σηκωθεί, μα ο πόνος τη σταμάτησε. Ο φυματικός ακούμπησε την πέτρα στη γλώσσα του. Έγιανε την ίδια στιγμή. Ύστερα πήρε την πέτρα κι έφυγε τρεχάλα.  

Δρόμο πήρε, δρόμο άφησε το παλικάρι και γύρισε στο χωριό του. Βοηθούσε με την πέτρα της κουφής τους αρρώστους. Κι έζησε αυτός καλά κι εμείς καλύτερα.

Δήμητρα Μπουμποπούλου

ΔΕΙΤΕ ΤΑ ΟΛΑ ΣΤΗΝ ΚΑΤΗΓΟΡΙΑ ΒΙΒΛΙΟ
του Ηλία Μακρή
Το κλίκ της ημέρας
του Ηλία Μακρή
oncologists.gr

Πρόσφατα Νέα

Linardi Anastasia
Spartaland