Φίλε Γιώργο. Είχα γράψει σ’ άλλον καιρό και τόπο, επαναλαμβάνω και τώρα, πως έχω ένα ασφαλές κριτήριο για να λέω κάθε φορά που διαβάζω ένα βιβλίο αν είναι καλό. Το κριτήριό μου είναι τούτο: αν το βιβλίο κινεί και το δικό σου μυαλό, δηλαδή του αναγνώστη, σαν που κάνει το μαντολίνο, το λαούτο, η λύρα, το σαντούρι, το τραγούδι, το βιολί για καινούργια συναισθήματα.
Και το δικό σου βιβλίο, 16ο στην αράδα τούτο, των 22 διηγημάτων με τον τίτλο «Στη σκιά του Δημόκριτου –στη σκιά του Δημόκριτου και όλων των αρχαίων κινούμαστε όλοι και μακάρι να το καταλάβουμε εμείς οι Έλληνες– όπως όλα τα βιβλία σου άλλωστε, με ταξίδεψε.
Δεν θα μιλήσω για ολόκληρο το βιβλίο. Άλλοι αξιότεροι θα αναλάβουν αυτό το έργο. Ύστερα εσύ γνωρίζεις πως έχω μιαν ιδιοτροπία που απορρέει από το γεγονός ότι στις παρουσιάσεις ακούγονται συνήθως γενικόλογα που ταιριάζουν σχεδόν σε όλα τα παρουσιαζόμενα και μη βιβλία. Μπορείς δηλαδή να τα πάρεις και να τα βάλεις παντού.
Άσε που πολλές φορές ακούγονται υπερβολές, «ειλικρίνειες» και «υποχρεώσεις» πονηρές που σκοπό έχουν να προβάλουν τον διαφημιστή. Ή αλλιώς όχι να τιμηθούν οι τιμώμενοι, αλλά να προβληθούν οι τιμώντες, και άλλες ανωφέλευτες υστεροφημίες, πράγματα που σε μένα δεν αρέσουν καθόλου.
Μπορείς, παρουσιαστή, απ’ όλο το βιβλίο να λάβεις ένα μόνο διήγημα, ένα ποίημα ή το πολύ δύο και να πυρπολήσεις το ακροατήριο; Αν μπορείς κάνε το, αλλιώς μην αραδιάζεις αοριστίες, γιατί έτσι καθίστασαι κακός κριτής. Άλλωστε, πώς το ‘λεγε ο αρχαίος; «Κακού κριτού λήθη κράτιστος έπαινος».
Φίλε Γιώργο: Γέροντας είναι αυτός που γράφει. Γερόντου είναι η φωνή που ακούτε. Έτσι εγώ με κριτήριο αυτό που είπα στην αρχή, αν δηλαδή το βιβλίο κινεί και το δικό σου μυαλό κι αυτό που είπα προ ολίγου μόλις, απ’ όλο το βιβλίο λαβαίνω ένα μόνο διήγημα, εκείνο που τιτλοφορείται «Βαγγελιώ και Αντώνης», οκτώ σελίδες όλο κι όλο, όπου ο λογοτέχνης Γιώργος Ανωγειάτης παρουσιάζει την Βαγγελιώ να κείτεται νεκροστολισμένη στο κρεβάτι -οι νεκροστολίστρες είχαν κάνει καλή δουλειά, μας λέει, αφού της είχαν χτενίσει προσεκτικά τα μαλλιά, της είχαν φορέσει, όπως το είχε παραγγείλει, το μεταξωτό της κεντημένο από την ίδια φόρεμα με την πλουμιστή μαντήλα με τα χρυσά φλουριά- κι εκείνη την στιγμή έκανε την εμφάνισή του κι ο Αντώνης, ο άντρας της, σε αναπηρικό καροτσάκι με σκεπασμένα τα πόδια του με μαύρη μαντήλα, για να μην φαίνονται πως είναι κομμένα από τα γόνατα και κάτω και αφού ευχαρίστησε τις γυναίκες λέγοντάς τους «Κούκλα την κάνατε την Βαγγελιώ μου, να ‘στε καλά», τις παρακάλεσε να φύγουν για τα σπίτια τους και να επανέλθουν σαν νυχτώσει για τα μοιρολόγια, «Τώρα θα της μιλήσω εγώ», τους είπε. Το ίδιο έκανε με τα παιδιά και τα εγγόνια του, μέχρι που έμεινε μόνος με την Βαγγελιώ του.
Και στην αρχή, μας λέει ο λογοτέχνης, δεν μπορούσε να της μιλήσει, μόνο την κοιτούσε και ταξίδευε –μη δε γίνεται το ίδιο με τους ομιλητές στους μεγάλους πόνους– μέχρι που κάποια στιγμή η γλώσσα του λύθηκε. Κι από εδώ και κάτω ο Αντώνης εκφωνεί τον δικό του «επικήδειο» στη γυναίκα του.
Τι της λέει από τότε που γνωριστήκανε κι ολόκληρη τη ζωή μαζί της που περνούσε μπροστά του κινηματογραφική ταινία με τον δικό του αγαπησιάρικο τρόπο και την μαγική γλώσσα του λογοτέχνη, δεν θα πω. Αφήνω να τα βρείτε και να τα διαβάσετε στο ίδιο το διήγημα και να στοχαστείτε πάνω σ’ αυτά. Ιδίως για το πώς και γιατί ο Αντώνης είχε κομμένα και τα δυο του πόδια από τα γόνατα, παράσημο από τον πόλεμο του ‘40, που και τότες αλλοπαρμένοι και παράφρονες ηγέτες όπως και σήμερα αιματοκύλισαν τον κόσμο. Και το κομμένο πόδι ενός εικοσάχρονου παιδιού στον πόλεμο να αξίζει περισσότερο από τον ίδιο τον πόλεμο.
Δεν θα πω τίποτα, λέω γι’ αυτά παρά μονάχα ότι διαβάζοντάς τα ταράχτηκα και το μυαλό μου κινήθηκε, άμπουλας και καταρράχτης και κεφαλάρι από το ‘να στ’ άλλο σε χίλια πήγε. Είδα κι άκουσα και διάβασα ανάμεσα στις λέξεις πράγματα από εκείνα που δεν λέγονται με λέξεις. Κι είναι πέστε τούτα τ’ ανιχνευτικά της ψυχής του συγγραφέα που υπάρχουν στο διήγημα και μεταφέρονται στον αναγνώστη. Το κριτήριο που σας έλεγα στην αρχή. Και θα δείξω μόνο σε τρία σημεία.
Το πρώτο είναι η ευχή που έλεγαν παλιά στους νεόνυμφους. Μια λέξη μόνο. Μονοστέφανοι. Κι είδα την Βαγγελιώ νιόνυφη μετά την πρώτη τους νύχτα με τον Αντώνη να τυλίγει τελετουργικά το σεντόνι με την αιμάτινη λερωματιά της παρθενιάς της, δίχως να το πλύνει και να το τοποθετεί κάτω – κάτω στην κασέλα της, όπου θα μείνει εκεί μέχρι σήμερα που της το έβαλαν σάβανο.
Και το νεκροστόλισμα, (Κούκλα την κάνατε την Βαγγελιώ μου), εφάνη του Αντώνη να μην διαφέρει από το στόλισμα της νύφης. (Είχα και μια φίλη Τεγεάτισσα, γράφαμε μαζί στα «ΑΡΚΑΔΙΚΑ ΝΕΑ», την Αγγελική Χρυσοβιτσιώτη, από την οποία διδάχτηκα πολλά και μου μολόγαγε ότι το σεντόνι με τη δική της αιμάτινη λερωματιά το ‘πλυνε και κάθε φορά που ήταν μεγάλη γιορτή ή είχε καλεσμένους το ‘βγαζε και το άπλωνε τραπεζομάντηλο στο τραπέζι. Και είναι και τούτα εκείνα που κράτησαν τους ανθρώπους μιας άλλης εποχής κι έδιναν νόημα στη ζωή).
Ως και το θαύμα στην Κανά μου έφερε στο νου ετούτο το διήγημα. Το καλό κρασί ο Χριστός στο γάμο το παρουσίασε στο τέλος. Και στους γάμους στην αρχή όλα είναι εύκολα και ωραία. Το δύσκολο να κρατήσει ο γάμος. Το δυσκατόρθωτο οι φρεσκοπαντρεμένοι να φτάσουν ως το τέλος μαζί. Να αντέξουν τις δυσκολίες της ζωής και να γευτούν εκείνο το κρασί το στερνό. Αλήθεια, είδατε ποτέ το θαύμα στην Κανά με τούτο το νόημά του, όπως μ’ έκανε ο Ανωγειάτης να το δω με τούτο το διήγημα; Οραματιστήκαμε ένα τέτοιο δρόμο;
Κι όμως τούτο προκύπτει καθαρά μέσα από το διήγημα. Όλες οι δυσκολίες, πόλεμος του ‘40, τα κομμένα πόδια του Αντώνη, (έγινε γαμπρός σε αναπηρικό καροτσάκι, αλλά φορούσε το πιο ευτυχισμένο χαμόγελο, ήταν θεός δίπλα της και η Βαγγελιώ ανάστημα της Παναγιάς), τα παιδιά που ήρθαν, το σακατιλίκι του, τα πάντα αντιμετωπίστηκαν γιατί υπήρχε η αγάπη της Βαγγελιώς που όλα τα ‘κανε με χαρά.
Και μέσα σε τούτο το μικρό διήγημα ο αναγνώστης βλέπει λαμπρές στιγμές μεγαλείου και ενσυνείδητης ανδρείας που καταυγάζονται από την αίσθηση του χρέους και της αυτοθυσίας του φιλειρηνιστή Αντώνη που, θερμός και αγνός πατριώτης, αγωνίστηκε μόνο για την ελευθερία της πατρίδας, που δεν φοβήθηκε να πεθάνει για τη λευτεριά και την αξιοπρέπεια.
Και τελειώνει λέγοντας: «Σε λίγο θα έρθω να σε συναντήσω, Βαγγελιώ μου. Τότε δεν θα χρειάζομαι πόδια γιατί θα έχω φτερά και θα πετώ δίπλα σου, άγγελέ μου». Και κλείνει το διήγημα αποδεικνύοντας τον συγγραφέα πραγματικό βιρτουόζο στο σύντομο διήγημα. Στο ίδιο μήκος και τα «Το αίμα νερό δεν γίνεται» και «Το μερτικό των πουλιών».
Φίλε Γιώργο, σου σφίγγω το χέρι γερά και δυνατά και σου εύχομαι υγεία και νέες δημιουργίες. Να μας ταξιδεύεις όπως με το «Στη σκιά του Δημόκριτου».




