Η τραγωδία που κρύβουν μερικά λόγια αρχαίων συγγραφέων, του Ομήρου, τραγικών ποιητών, δημοτικών τραγουδιών πάντα με συγκινούσε, με συγκλόνιζε. Και περισσότερο σήμερα που είμαι εβδομηνταφευγάτος, όπως λέει η καλή μου φίλη Αγγελική Χρυσοβιτσιώτη. Και εκεί που κλαίω γελώ. Ένα χάος η ψυχή. Και δεν ξέρεις τί να ειπείς και πού θα καταλήξεις. Τί κρύβεται πίσω απ’ όλα αυτά. Τελικά όμως έχουν μια μελοπρέπεια και παρ’ όλο ότι είναι τραγικά κρύβουν κάτι σπουδαίο που σε κεντρίζει, σε ανεβάζει, σε απογειώνει.
Τί νιώθει κανείς όταν κλαίει! Τί συναίσθημα ανεξιχνίαστο κι αυτό! Καλά όταν πονάς σωματικά λες πονώ και το καταλαβαίνεις. Όταν όμως πονάς ψυχικά από πού δημιουργείται εκείνος ο άλλος πόνος; πού έχει την πηγή του;
Και να το μυαλό «ακατάστατο π’ αναπαημό δεν έχει και περιπατεί και τρέχει», όπως λέει ο Κορνάρος, πήγε στο γιατρικό, το φάρμακο του ψυχικού πόνου το «νηπενθές τ’ άχολόν τε» του Ομήρου και σταμάτησε για λίγο σ’ αυτό το νη. Το μόριο που στη λέξη προσθέτει άρνηση. Έτσι το νηπενθές είναι αυτό που διώχνει το πένθος, τη λύπη, το απαλλαγμένο θλίψεως. Ο νήκερως αυτός που δεν έχει κέρατα. Ο νηκηδής ο μη φροντίζων, ο εγκαταλείπων τον εαυτό του (κήδομαι το ρήμα), ο νήκουστος αυτό που σήμερα λέμε ανήκουστος, ο μη ακουσθείς, νηνεμία η έλλειψη ανέμου, η γαλήνη και νήνεμος ο ήρεμος, ο χωρίς άνεμον, το νήπιον (νη + έπος) ο μη έχων έπος, λόγον και νηπιάζω γίνομαι σαν τα νήπια (τῇ κακίᾳ νηπιάζετε λέει ο Απ. Παύλος). Νηποινεί (επίρρ.) άνευ ποινής, ατιμώρητος, νήποινος το ίδιο δηλ. άνευ ποινής, νήπυστος ο άγνωστος. Φοβερή λέξη. Πύστις σημαίνει αυτό που μαθαίνει κάποιος ρωτώντας (πυνθάνομαι το ρήμα, που σημαίνει πληροφορούμαι) και νήπυστος ο άγνωστος, νηκερδής χωρίς κέρδος, νηστεύω (νη+ εσθίω) δεν τρώγω κλπ. κλπ.
Όμορφα πράγματα κι εμείς περιορίσαμε τη γλώσσα μας ενώ αυτά έπρεπε να μαθαίνουν τα παιδιά στα σχολειά. Κάθε μέρα ο δάσκαλος, ο καθηγητής να γράφει στον πίνακα μια καινούρια λέξη και να την αναλύει. Σήμερα παιδιά και μεγάλοι, απ’ αυτούς άλλωστε τ’ άκουσαν τα παιδιά, χρησιμοποιούν τη λέξη μ…, βασικά, να πούμε, οκέυ, μου τη δίνει, τα λέμε κλπ. κλπ. Ας αναλύσει ακόμα και τη λέξη μ…, να κάνει τα παιδιά να τη σιχαθούν. Να την γελοιοποιήσει αυτή τη λέξη. (Κανένας λαός δεν τη χρησιμοποιεί. Μήπως λοιπόν εμείς που την έχουμε και την πολυμεταχειριζόμαστε μας αντιπροσωπεύει κι όλας;)
Διότι ανάλογα με τη γλώσσα πλάθεται και η ψυχή. Έτσι το παιδί θα διαμορφώσει χαρακτήρα. Και αυτός που έχει κακόν θα προβληματιστεί και θα τον αλλάξει ή τουλάχιστον θα βελτιωθεί. Γιατί λέμε αυτός είναι καλλιεργημένος άνθρωπος; Και η καλλιέργεια της ανθρωπιάς γίνεται μόνο μέσω της γλώσσας. Η γλώσσα είναι τα πάντα. Και ιστορία και φιλοσοφία και μαθηματικά και παράδοση. Το έθιμον των εθίμων. Ο Σουηδός είναι Σουηδός γιατί η γλώσσα του τον έκανε. Ο Κινέζος το ίδιο. Ο Ρώσος ομοίως και όχι γιατί είναι κίτρινος ή μαύρος ή κόκκινος ή άσπρος.
Τί γαλήνια, τί μαγική λέξη το νηπενθές! Το πένθος προ παντός. Αλήθεια, πώς γίνανε, πώς φτιαχτήκανε αυτά τα πράγματα; Πένθος (πενθέω= οδύρομαι, κλαίω, θρηνώ). Κοντά είναι και το ρήμα πάσχω (πάθος).
Και πένθος είναι ό,τι και σήμερα εννοούμε με τη λέξη δηλαδή η θλίψη, η λύπη. Και για πρόσωπα είναι η δυστυχία, η αθλιότης. «Είναι να τον κλαις» λέμε και σήμερα.
Η πιο μεγάλη μου απορία, που δεν ηδυνήθη κανείς να μου λύσει είναι πώς έγιναν αυτές οι λέξεις. Και προφανώς ανάλογα με τη γλώσσα έγινε κι ο χαρακτήρας των ανθρώπων, τα ήθη, τα έθιμα, όλα η γλώσσα τά ’πλασε. Αυτή διεμόρφωσε τα πάντα. Ιδιομορφία, συμπεριφορά, τα πάντα. Κι εμείς που έχουμε την πιο πλατειά, την πιο βαθειά γλώσσα την πετάξαμε και φέραμε και υιοθετήσαμε ξένα πράγματα, εγγλέζικα, βλακείες, που είναι γι’ άλλους τόπους και λαούς… Τί να λες;
Ευτυχώς όμως που υπάρχουν ακόμη οι πνευματικοί έρωτες σε μερικούς έστω και ξεχνάμε τη ματαιότητα της ζωής, άμα συζητάς για τα ωραία. Γιατί ο άνθρωπος έκανε μεν όλα τα κακά και είναι ικανός γι’ αυτά, έκανε όμως και πολλά ωραία πράγματα (πράγμα= αποτέλεσμα μιας πράξεως). Ξεπέρασε σε ομορφιά ακόμη και τη φύση σε κάποιους τομείς. Δεν είναι λοιπόν τυχαίο αυτό που είπε ο Ντοστογιέφσκυ πως ʺη ομορφιά θα σώσει τον κόσμοʺ.
Και επειδή αυτό του Ντοστογιέφσκυ είναι κάπως αόριστο και τέτοια πολλά μπορούμε να ειπούμε, όπως π.χ ότι η αγάπη θα σώσει τον κόσμο ή η λεβεντιά ή το φιλότιμο κ.α θα παραθέσω ένα μικρο κομμάτι του διδασκάλου μου Φ. Βαρέλη, στον οποίον συχνά πυκνά καταφεύγω, που καταλήγει στο ίδιο συμπέρασμα, αφού όμως προτάξει κάποια άλλα ώστε το συμπέρασμα προβάλλει ολοκάθαρο, ανάγλυφο, κατανοητό, χειροπιαστό. Ετούτο: «Ξέρουμε καλά πως όλα χάνουνται σαν νά ’ταν μάταια όλα, σαν νά ’ταν περιττά πράγματα, περιττές πράξεις, περιττοί ενθουσιασμοί, φρούδα όνειρα, αφού και ο πλούτος και η δόξα και η θέληση και η πίστη στη ζωή τραβιούνται στην άκρη σιγά σιγά και χάνονται… Όμως μια και ήρθαμε στον κόσμο και είν’ απάνω μας νικήτρια πάντων η φύση με τ’ ανυπόταχτα ένστικτά της που κατευθύνουν τη μοίρα όλων των εμψύχων, ας κυττάξουμε σαν άνθρωποι προικισμένοι με το λόγο να βρούμε την ομορφιά στη σχέση μας με τη ζωή, που μας σώζει»
Ο μεγάλος εχθρός λοιπόν της ματαιότητος είναι ό,τι υψηλό κι ωραίο έφτιαξε ο άνθρωπος κι απ’ αυτά πρέπει να κρατιόμαστε. Όπως έψαχναν οι χρυσοθήρες έτσι να ψάχνουμε και μεις. Ακόμα και να σε σκοτώνουν, αυτά τα πράγματα τα αληθινά, τα ωραία και τα υψηλά (του ωραίου, του μεγάλου και τ’ αληθινού, λέει ο Παλαμάς για το αθάνατο αρχαίο πνεύμα, τον αγνό πατέρα – τρισμέγιστο ποίημα) είναι εκείνα που σώζουν, λυτρώνουν, επουλώνουν τις πληγές. Αυτά τα αληθινά και τα ωραία είναι που γιατρεύουν από τους ψυχικούς πόνους που είναι οι χειρότεροι.
Τί λέει ο Οδυσσέας ευρισκόμενος στους Φαίακες κατά την οργάνωση των αγώνων εκεί που ο Ευρύαλος τον προσβάλλει και του λέει: «Εσύ δεν μοιάζεις για αθλητής. Μάλλον για έμπορος κι αρχηγός εμπόρων φαίνεσαι που μόνο η πραμάτεια και τα αρπαγμένα κέρδη σε ενδιαφέρουν και σε απασχολούν». Και ο Οδυσσέας: «Θυμοδακὴς γὰρ ὁ μύθος» (ο λόγος σου μου δάγκωσε την ψυχή, με πόνεσε πολύ). Και έκανε ό,τι έκανε. {Θυμός. Ανερμήνευτη λέξη. Περιέχει ψυχή, μυαλό, χαρακτήρα. Κι όπου μπει κάνει θαύματα, όπως εδώ θυμοδακής, μεγάθυμος (ο Διομήδης), θυμολέων (θυμολέοντα αποκαλεί η Πηνελόπη τον άντρα της, τον Οδυσσέα. Έχασα, λέει, άντρα θυμολέοντα = με λιονταρίσια καρδιά), θυμοβόρος (τρώει την ψυχή. Θυμοβόρος έρις), θυμοκτόνος (ο φονεύων την ψυχή), θυμόσοφος (ο ψυχικά σοφός). Με ταράζουν αυτές οι λέξεις, ξεχνιέσαι για κάμποση ώρα. Έπρεπε να τις χρησιμοποιούμε.} Σκεφθείτε να αποκαλούν κάποιον μεγάθυμον (μεγαλόψυχον) και να αξίζει.
Μπορεί δηλαδή ο άνθρωπος να τράβηξε χίλια, αλλά όταν θέλει να βγάλει κάτι ωραίο τα ξεχνάει όλα και το βγάζει. Κι αυτό είναι πράγματι πολύ μεγάλο και υψηλό. Και το παλληκάρι ο Χριστός τα πολύ μεγάλα τα έβγαλε όταν τον είχαν στην ανάκριση, όταν τον βασάνιζαν, όταν τον είχαν στο Σταυρό.
Αυτά είναι που πολεμούν τη μοναξιά, τους πόνους της ψυχής, ιδίως σήμερα που το χρήμα έγινε δυνάστης και τύραννος, η πολιτική ψέματα, η δόξα υποκρισία, η νίκη πονηριά, η επιτυχία καχυποψία και πάει λέγοντας, και τελικά σε λυτρώνουν. Εγώ τουλάχιστον σ’ αυτά βρίσκω παρηγοριά. Και χειρότερη είναι η εγκεφαλική μοναξιά. Όχι τόσο το να είναι κανείς μόνος στην ερημιά, αλλά να είναι με ανθρώπους και να μην μπορεί να ειπεί δυο λόγια όπως λέμε τώρα εμείς γιατί δεν θα καταλάβει κανείς και μάλλον θα σε ειρωνευτούν και μέσα τους θα σε οικτίρουν. Δεν έχεις με ποιόν να συζητήσεις. Κι αν αρχίσει η κουβέντα διαπιστώνεις ότι δεν προχωράει. Έτσι, για να βρεις διέξοδο, γυρίζεις μόνος πάλι σ’ εκείνα τα ωραία κι αληθινά που είπαμε παραπάνω τα όμορφα, που δεν σε προδίδουν ποτέ.
Λυτρωτικά (Ή ο εχθρός της ματαιότητος)
ΔΕΙΤΕ ΤΑ ΟΛΑ ΣΤΗΝ ΚΑΤΗΓΟΡΙΑ
ΑΡΘΡΑ




