του Γεωργίου Μπόνου
Τον 18ο αιώνα ο τσάρος της Ρωσίας, Μέγας Πέτρος, συνέλαβε μια μεγαλοπρεπή ιδέα: να δημιουργήσει ένα πολιτικό κίνημα που να ενώσει όλους τους λαούς των Σλάβων. Η πρωτοβουλία αυτή του Μεγάλου Πέτρου είχε ως στόχο και σκοπό να ιδρυθεί το κράτος των Σλάβων ή μια ομοσπονδία υπό την εξουσία της ρωσικής αυτοκρατορίας. Αρχικά, ο τσάρος Μέγας Πέτρος είχε διαμορφώσει μια ειδική τάξη διανοουμένων οι οποίοι προήρχοντο από την αριστοκρατία της ρωσικής αυτοκρατορίας.
Τονίζουμε και υπογραμμίζουμε στο σημείο αυτό, για να μην το ξεχνάμε άλλωστε, ότι η πρωτοβουλία αυτή του Μεγάλου Πέτρου χαρακτηρίζεται ως μια φάση του Ανατολικού Προβλήματος, που ξεκινάει αιώνες πριν.
Στα πλαίσια του Ανατολικού Προβλήματος εντάσσεται και η Συνθήκη του Αγίου Στεφάνου «Περί Μεγάλης Βουλγαρίας», το 1878, για να εδραιωθεί ο Πανσαλαβισμός στα Βαλκάνια και η Βουλγαρία να κυριαρχεί στον τομέα αυτόν.
Παράλληλα, ο τσάρος Πέτρος της Ρωσικής Αυτοκρατορίας προέβη και σε ορισμένες μεταρρυθμίσεις. Μετέφερε την πρωτεύουσα Μόσχα της Ρωσίας στο Λένιγκραντ, την οποία μετονόμασε σε Πετρούπολη προς τιμήν του τσάρου της ρωσικής αυτοκρατορίας Μεγάλου Πέτρου.
Στη Μόσχα ιδρύθηκε η αδελφότητα «Σλαβική Αγαθοεργία της Εταιρείας», η οποία είχε διακλαδώσεις στην Πετρούπολη, στο Κίεβο και στην Οδησσό. Η δε λέξη Σλαβοφιλία εξελίχθηκε σε Πανσλαβισμό. Στη σημερινή περίοδο, που άρχισε από τον 19ο αιώνα, η λέξη σλαβισμός σημαίνει γενικά και πάντα φίλο των Σλάβων.
Μετά τη δημιουργία, έστω και για λίγο καιρό, της συνθήκης του Αγίου Στεφάνου «Περί μεγάλης Βουλγαρίας» η κεντρική ιδέα ήταν η εξάπλωση του Πανσλαβισμού, στη θεωρία και στην πράξη, και η πολιτική ένωση όλων των σλαβικής καταγωγής λαών προς συγκρότηση ενός τεράστιου κράτους φθάνοντας από τις ακτές της Μακρινής Ασίας και τις ακτές του Ειρηνικού, ως τις παγωμένες εκτάσεις του Βορείου Πόλου μέχρι τις Άλπεις και τα Καρπάθια και μέχρι τις ακτές του Ευξείνου και της Μεσογείου θάλασσας.
Ο καθηγητής Ιστορίας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών Απ. Δασκαλάκης στο βιβλίο του «Πολιτική Ιστορία της Νεώτερης Ελλάδος» και στις Πανεπιστημιακές παραδόσεις στους μεταπτυχιακούς δασκάλους το 1960-62 και προς τους τεταρτοετείς φοιτητές της Φιλοσοφικής Σχολής στο αμφιθέατρο επί της Σόλωνος, χαρακτηρίζει τα παραπάνω ανυπόστατα. Διότι στο σημερινό ρωσικό κράτος οι λαοί είναι Σλάβοι, αλλά κατά ένα μεγάλο μέρος δεν είναι ούτε και έχουν τη σλαβική γλώσσα ως εθνική. Σχεδόν όλοι οι κατοικούντες πέραν των Ουραλίων αχανών εκτάσεων της Ασίας, οι Ρώσοι δεν έχουν καμία σχέση με τους Σλάβους. Είναι Τάρταροι, Μογγόλοι, Αρμένιοι Τούρκοι και άλλοι. Κατά το πλείστον είναι υπολείμματα μεγάλων επιδρομών του Μεσαίωνα, Επίσης, προς τις ακτές του Καυκάσου, Εύξεινου και της Κριμαίας, αν και οι κάτοικοι κατά μεγάλο μέρος προέρχονται από τους Ταρτάρους του Μογγολικού κράτους. Όχι μόνον αυτοί, αλλά και άλλες φυλές δεν έχουν καμία σχέση με τους σλάβους, ακόμη και προς την Χερσόνησο του Αίμου.
Η ιδέα της σλαβικής ενότητας δεν προήλθε από τη Ρωσία, αλλά κυριαρχούσε στα πνεύματα των Σλαβικών ή Σλαβόφωνων λαών της Κεντρικής Ευρώπης, οι οποίοι υπέφεραν από τους ντόπιους αντιπάλους τους. Έτσι πίστευαν ότι η ένωσή τους θα βοηθούσε στην οριστική απαλλαγή από τις ξένες επεμβάσεις. Η δε δημιουργία ενός μεγάλου και ισχυρού σλαβικού κράτους, θα ήταν ικανό να αντιμετωπίσει και να εξουδετερώσει κάθε κίνδυνο της εθνικής ανεξαρτησίας τους.
Κατά τη διάρκεια του Μεσαίωνα πολλοί ηγεμόνες σλαβικών λαών της Κεντρικής Ευρώπης έλαβαν την απόφαση να σχηματίσουν ένα Μεγάλο Κράτος. Οι ηγεμόνες που πρωτοστάτησαν στην ιδέα αυτή ήταν ο ηγεμόνας της Μοραβίας, ο βασιλιάς της Πολωνίας, ο βασιλιάς της Βοσνίας κ.ά. Ο πρώτος όμως πνευματικός απόστολος της πανσλαβικής ιδέας χαρακτηρίζεται ο καλόγερος χρονογράφος Νέστωρ (1056-1114). Ο δεύτερος κήρυκας της ιδέας θεωρείται ο Κροάτης καθολικός ιερέας Γεώργιος Κρίγιανιτς, ο οποίος περίπου στα μέσα του 17ου αιώνος, διαπνεόμενος από φιλελευθερισμό, προκαλούσε υποψίες απολυταρχικού καθεστώτος.
Όλες αυτές οι ενέργειες δημιούργησαν ευνοϊκές καταστάσεις στη ρωσική πολιτική των τσάρων και πιθανό αργότερα θα επιχειρείτο η διάδοση και θα επικρατούσαν ιδεολογικά υπέρ ενός ολοκληρωτικού συστήματος. Η Ρωσία εισήλθε στην ενεργό πολιτική κυρίως από την εποχή του Μεγάλου Πέτρου, ο οποίος διεξήγαγε μακρινούς πολέμους προς επέκταση της ρωσικής κυριαρχίας μέσω του Πανσλαβισμού.
***
Διάδοχος του Μεγάλου Πέτρου ήταν η Αικατερίνη η Μεγάλη. Τα σχέδια για την πανσλαβιστική ιδέα όμως διαμορφώνονταν από μερικούς μορφωμένος Ρώσους ή από χώρες σλαβόφωνων χωρών της Κεντρικής Ευρώπης και δεν είχαν καμία σχέση με τον Πανσλαβισμό. Επεδίωκε με αυτόν τον τρόπο πολεμικές επιχειρήσεις και στρατιωτικές καταλήψεις. Ή ακόμη επεδίωκε συμφωνίες με άλλα ευρωπαϊκά κράτη, όπως με την Πρωσία και Αυστρία, με τον διαμελισμό της Πολωνίας.
Μόνο όταν ιδρύθηκε το ελληνικό κράτος με το πρωτόκολλου του Λονδίνου το 1830, εκεί γύρω η Ρωσική πολιτική σημειώνει ριζική μετάβαση στο Ανατολικό Ζήτημα. Η ρωσική πολιτική εγκαταλείπει επί 3 χρόνια και τις εστίες της πανσλαβιστικής ιδέας.
Δεν είναι γνωστό, παρατηρεί ο Απ. Δασκαλάκης, αν ο Φαλμεράϋερ έπεσε θύμα πλαστογράφων αρχαιοκαπήλων ή διέπραξε την πλαστογραφία για να υποστηρίξει τις θεωρίες περί εκσλαβισμού της Ελλάδας και, αν συνέβαιναν τα ανωτέρω επιχειρήματα ή η θεωρία περί εκσλαβισμού της Ελλάδος, αντιτίθεται όχι μόνον προς την κριτική της ιστορίας αλλά και προς τη στοιχειώδη λογική.
Κατά τον 11ο αιώνα οι κάτοικοι της κυρίως Ελλάδος ομιλούν την ελληνικήν γλώσσα και μέχρι του Ταινάρου, χωρίς να κατανοηθεί από τους Φράγκους όταν προ ολίγων ετών διετείνετο ο Φαλμεράϋερ ότι εντεύθεν των Θερμοπυλών δεν ομιλείται η ελληνική γλώσσα.
***
Κλείνουμε το κεφάλαιο αυτό με ορισμένα σύντομα χαρακτηριστικά επεισόδια που συνέβησαν κατά την περίοδο αυτή. Έτσι έχουμε:
1) Το 1885, με βίαιο πραξικόπημα την κατάληψη και προσάρτηση της Ανατολικής Ρωμυλίας στη μεγάλη Βουλγαρία, σύμφωνα με τη συνθήκη του Αγίου Στεφάνου.
2) Στη βόρεια Ελλάδα και ιδιαίτερα στη Μακεδονία ιδρύθηκε το Κομιτάτο, μ’ ένα σκληρό και βάρβαρο σώμα από Βουλγάρους Κομιτατζήδες. Αυτοί είχαν σκοπό και στόχο να εξοντώσουν κάθε Μακεδόνα και να τον εντάξουν στην υπό ίδρυση Εξαρχία της Βουλγαρίας.
3) Το 1879, στο προάστιο του Αγίου Στεφάνου της Κωνσταντινούπολης, συνήλθαν μετά τον ρωσοτουρκικό πόλεμο οι δύο εμπόλεμες χώρες και μεταξύ των άλλων ιδρύθηκε, στα πλαίσια του Πανσλαβισμού, η Μεγάλη Βουλγαρία του Αγίου Στεφάνου.
Η μεγάλη βουλγαρική ηγεμονία περιελάμβανε τη Μακεδονία, την Χαλκιδική, τη Θεσσαλονίκη, τη Θεσσαλία, Ήπειρο, Αλβανία, τα βόρεια σύνορα μέχρι τον Δούναβη, θαλάσσιο διέξοδο στο Αιγαίο, στον Βόσπορο κ.ά. Η τεράστια αυτή έκταση της Μεγάλης Βουλγαρίας του Αγίου Στεφάνου, όπως ονομάστηκε, προκάλεσε πολλές αντιδράσεις. Με πρωτοβουλία της Αγγλίας και της Γαλλίας συνήλθε το Συνέδριο του Βερολίνου το 1878, το οποίο ακυρώνει την Συνθήκη του Αγίου Στεφάνου περί Μεγάλης Βουλγαρίας και την επαναφέρει στα παλαιά της σύνορα. Εν τω μεταξύ, τα χρόνια εκείνα, ο πανσλαβισμός έπαιρνε διαστάσεις. Οι δύο ηγεμόνες της Βουλγαρίας, εκπρόσωποι της σκληρής συμπεριφοράς του, διέπραξαν βαρβαρότητες εις βάρος γειτονικών αντιπάλων τους.
Ο Κρούμος (796-814 μ.Χ.) ήταν ο ηγεμόνας που θεωρήθηκε εκπρόσωπος της εξόντωσης κάθε αντιπάλου και υποστηρικτής της θεωρίας η Βουλγαρία με τον Πανσλαβισμό να είναι κυρίαρχη δύναμη στα Βαλκάνια.
Λίγο αργότερα, ο τσάρος Σαμουήλ (976-1014) κατέλαβε βιαίως ένα μεγάλο τμήμα της Μακεδονίας, εκτός της Θεσσαλονίκης έκαμε επιδρομές που είχαν τα χαρακτηριστικά της καταστροφής, της λεηλασίας και επέκτασης της Βουλγαρίας προς το Αιγαίο πέλαγος, διακαή πάθος των Βουλγάρων για να έχουν πρόσβαση προς τη Μεσόγειο θάλασσα.
Βαλκανικοί πόλεμοι
Το φθινόπωρο του 1912 τα τέσσερα Βαλκανικά κράτη, Ελλάδα, Σερβία, Βουλγαρία και Μαυροβούνιο, συνάπτουν συμμαχία εναντίον της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας που επί τέσσερις περίπου αιώνες ήταν κάτω από τον ζυγό της σκλαβιάς των Τούρκων Οθωμανών. Η τουρκική αυτοκρατορία ήταν κυριαρχούσα δύναμη στα Βαλκάνια και όχι μόνο.
Οι τέσσερις Βαλκανικές χώρες βρήκαν την ευκαιρία ν’ αποτινάξουν τον ζυγό της σκλαβιάς τεσσάρων περίπου αιώνων και το πέτυχαν σε λίγους μήνες. Οι νικηφόρες μάχες ήταν απανωτές. Να θυμηθούμε μόνο τις ελληνικές, που ήταν μερικές γιγαντομαχίες: Σαραντάπορο, Γιαννιτσά, Μπιζάνι, Τσουμαγιά, Κιλκίς-Λαχανά, Κρέσνα κ.ά.
Η Ελλάδα για πρώτη φορά είχε μια ειλικρινή συνεργασία τόσο με τον ανώτερο πολιτειακό παράγοντα όσο μ’ ένα πρωθυπουργό, τον Ελευθέριο Βενιζέλο, που κατάφερε να οργανώσει το στρατό και τον στόλο ώστε να φανούν αντάξιοι μαχητές. Και η γενναιότητα των Ελλήνων στρατιωτών που προσδοκούσαν την απελευθέρωση πολλών ελληνικών εδαφών. Η Ελλάδα που ήταν «η μικρά έντιμη χώρα» άνοιξε τα φτερά της τόσο σε έκταση όσο και σε πληθυσμό και διπλασιάστηκε. Η Μεγάλη Ιδέα, με ενσαρκωτή τον Βενιζέλο, έγινε πραγματικότητα (φάση του Ανατολικού ζητήματος).




