Οι οργανώσεις PROFEL, Tomato Europe και AETMD κρούουν τον κώδωνα του κινδύνου για την αυξανόμενη πίεση που δέχεται η ευρωπαϊκή βιομηχανία μεταποίησης φρούτων, λαχανικών και ντομάτας από τις εισαγωγές τρίτων χωρών. Όπως τονίζουν, ολοένα και μεγαλύτερες ποσότητες προϊόντων εισέρχονται στην αγορά της Ευρωπαϊκής Ένωσης χωρίς να πληρούν ισοδύναμα πρότυπα με εκείνα που επιβάλλονται στους Ευρωπαίους παραγωγούς, δημιουργώντας συνθήκες αθέμιτου ανταγωνισμού και θέτοντας υπό αμφισβήτηση την προστασία των καταναλωτών.
Οι παραγωγοί στην ΕΕ λειτουργούν υπό ένα αυστηρό κανονιστικό πλαίσιο που καλύπτει την ασφάλεια των τροφίμων, τα όρια υπολειμμάτων φυτοφαρμάκων, την ιχνηλασιμότητα, την περιβαλλοντική βιωσιμότητα και την προστασία της εργασίας. Αντίθετα, πολλές εισαγωγές από τρίτες χώρες δεν υπόκεινται στις ίδιες απαιτήσεις, γεγονός που οδηγεί σε χαμηλότερο κόστος παραγωγής και ενισχύει τον ανταγωνισμό εις βάρος των ευρωπαϊκών επιχειρήσεων. Αυτή η ανισότητα, όπως επισημαίνεται, απειλεί όχι μόνο την οικονομική βιωσιμότητα του κλάδου, αλλά και τη συνολική ανθεκτικότητα της ευρωπαϊκής αλυσίδας εφοδιασμού τροφίμων.
Σύμφωνα με πρόσφατα στοιχεία της Eurostat, οι εισαγωγές κατεψυγμένων φρούτων και λαχανικών από χώρες όπως η Κίνα και η Αίγυπτος έχουν αυξηθεί σημαντικά τα τελευταία χρόνια, καταλαμβάνοντας ολοένα μεγαλύτερο μερίδιο στην αγορά της ΕΕ. Παράλληλα, έχουν εντοπιστεί επανειλημμένα περιπτώσεις μη συμμόρφωσης, ιδιαίτερα σε προϊόντα ντομάτας, όπου καταγράφονται υπερβάσεις στα επιτρεπόμενα όρια φυτοφαρμάκων, καθώς και ελλείψεις στη διαφάνεια της παραγωγικής διαδικασίας και των εργασιακών συνθηκών. Οι διαφορές αυτές εγείρουν σοβαρά ερωτήματα τόσο για την ασφάλεια των καταναλωτών όσο και για τη δικαιοσύνη των εμπορικών πρακτικών.
Οι οργανώσεις καλούν την Ευρωπαϊκή Επιτροπή να αναλάβει άμεση και αποφασιστική δράση. Προτείνουν την ενίσχυση των συνοριακών ελέγχων ώστε να διασφαλίζεται η πλήρης συμμόρφωση των εισαγόμενων προϊόντων με τα ευρωπαϊκά πρότυπα, την προώθηση βιώσιμων και ποιοτικών ευρωπαϊκών προϊόντων μέσω των δημόσιων συμβάσεων, καθώς και τη στοχευμένη στήριξη των παραγωγών για την ενίσχυση της ανταγωνιστικότητάς τους. Επιπλέον, ζητούν την καθιέρωση της αρχής της αμοιβαιότητας στις εμπορικές συμφωνίες, ώστε τα προϊόντα που εισάγονται στην ΕΕ να τηρούν ισοδύναμα πρότυπα παραγωγής.
Συνολικά, οι παρεμβάσεις αυτές κρίνονται απαραίτητες για τη διασφάλιση ίσων όρων ανταγωνισμού, την προστασία της υγείας των καταναλωτών και τη διατήρηση της στρατηγικής αυτονομίας της Ευρώπης στον κρίσιμο τομέα της αγροδιατροφής.




