Ο αναβαλλόμενος φόρος (Deferred Tax Credit - DTC) επανέρχεται στο προσκήνιο, καθώς αναζωπυρώνεται η συζήτηση για το κατά πόσο οι ελληνικές τράπεζες θα πρέπει να επισπεύσουν την πλήρη κατάργησή του. Από την πλευρά τους, τραπεζικές πηγές επισημαίνουν ότι η διαδικασία έχει ήδη επιταχυνθεί σημαντικά σε σχέση με τον αρχικό σχεδιασμό και εξελίσσεται βάσει συμφωνίας με τις ευρωπαϊκές εποπτικές αρχές.
Σύμφωνα με τις ίδιες πηγές, ο στόχος πλέον είναι η πλήρης απόσβεση των οριστικών αναβαλλόμενων φορολογικών απαιτήσεων έως το 2032-2033, δηλαδή σχεδόν μία δεκαετία νωρίτερα από το αρχικό χρονοδιάγραμμα που προέβλεπε ολοκλήρωση έως το 2042. Μάλιστα, μόνο κατά τη χρήση του 2025 οι τράπεζες προχώρησαν σε απόσβεση περίπου 1,5 δισ. ευρώ, ποσό υπερδιπλάσιο από αυτό που προέβλεπε το αρχικό πλαίσιο.
Η επιτάχυνση της απόσβεσης συνδέεται και με τον νέο εποπτικό μηχανισμό, σύμφωνα με τον οποίο, πέρα από την ετήσια υποχρεωτική μείωση του αναβαλλόμενου φόρου, περιορίζεται επιπλέον ποσό που αντιστοιχεί σε μέρος των μερισμάτων που διανέμουν οι τράπεζες. Έτσι, όσο αυξάνονται οι διανομές προς τους μετόχους, τόσο ταχύτερα μειώνεται και το υπόλοιπο του DTC.
Αντίθετες στην κατάργηση έως το 2028
Οι τράπεζες εμφανίζονται αρνητικές στα σενάρια που προβλέπουν πλήρη εξάλειψη του DTC μέσα στην επόμενη διετία. Όπως υποστηρίζουν, ακόμη και στο τέλος του 2028 το υπόλοιπο του αναβαλλόμενου φόρου θα παραμένει υψηλό και μια τόσο απότομη επιτάχυνση θα μπορούσε να δημιουργήσει ανάγκες ενίσχυσης κεφαλαίων, όχι λόγω προβλημάτων στις ίδιες τις τράπεζες, αλλά αποκλειστικά εξαιτίας της αλλαγής του χρονοδιαγράμματος. Εκτιμούν, μάλιστα, ότι μια τέτοια εξέλιξη θα μπορούσε να προκαλέσει λανθασμένες εντυπώσεις στις διεθνείς αγορές.
Τραπεζικοί κύκλοι διευκρινίζουν ακόμη ότι ο αναβαλλόμενος φόρος δεν αποτελεί φορολογική απαλλαγή ή «δώρο» προς τις τράπεζες, αλλά λογιστικό μηχανισμό που θεσπίστηκε μετά τις μεγάλες ζημιές της περιόδου της οικονομικής κρίσης, όπως το PSI και οι διαγραφές μη εξυπηρετούμενων δανείων. Το πλαίσιο αυτό, σημειώνουν, συνέβαλε στη διατήρηση της κεφαλαιακής επάρκειας των τραπεζών, περιορίζοντας τις ανάγκες νέων ανακεφαλαιοποιήσεων και το κόστος για το Δημόσιο.
Παράλληλα, απορρίπτουν την κριτική ότι οι τράπεζες δεν πληρώνουν φόρους, επισημαίνοντας ότι εξακολουθούν να φορολογούνται, ενώ επιβαρύνονται και με σημαντικό κόστος από τον ΦΠΑ στις υπηρεσίες και με ειδική αμοιβή προς το Ελληνικό Δημόσιο για την κρατική εγγύηση που συνδέεται με το καθεστώς του αναβαλλόμενου φόρου.
Τέλος, υπογραμμίζουν ότι η σταδιακή αποκλιμάκωση του DTC επιτρέπει στις τράπεζες να διατηρούν ισχυρή κεφαλαιακή βάση και να συνεχίζουν τη χρηματοδότηση επιχειρήσεων και νοικοκυριών, χωρίς να τίθεται σε κίνδυνο η σταθερότητα του τραπεζικού συστήματος ή η αναπτυξιακή πορεία της ελληνικής οικονομίας.




