Βιταμίνες και ειδικά σκευάσματα υπόσχονται πιο δυνατά και πυκνά μαλλιά. Η αποτελεσματικότητά τους, όμως, εξαρτάται κυρίως από την αιτία της απώλειας και από το αν υπάρχει διατροφική έλλειψη.
Περισσότερες τρίχες στη βούρτσα, λιγότερος όγκος και μια χωρίστρα που γίνεται ολοένα πιο εμφανής: η τριχόπτωση συχνά προκαλεί ανησυχία και οδηγεί στην αναζήτηση μιας γρήγορης λύσης. Τα συμπληρώματα διατροφής προβάλλονται ως εύκολη απάντηση, χωρίς όμως να προσφέρουν όλα όσα υπόσχονται.
Όπως εξηγούν ειδικοί στη διατροφή και την υγεία των μαλλιών, μιλώντας στην Daily Mail, η αναπλήρωση ενός θρεπτικού συστατικού μπορεί να βοηθήσει όταν υπάρχει ανεπάρκεια. Η επιπλέον λήψη βιταμινών, ωστόσο, δεν συνεπάγεται αυτομάτως ταχύτερη ανάπτυξη ή μεγαλύτερη πυκνότητα.
Πότε έχουν νόημα οι βιταμίνες
και τα συμπληρώματα
Η βιταμίνη D συμμετέχει στη λειτουργία των θυλάκων της τρίχας, ενώ χαμηλά επίπεδά της έχουν συσχετιστεί με ορισμένες μορφές αλωπεκίας. Η διόρθωση μιας έλλειψης ενδέχεται να ωφελήσει, αλλά τα διαθέσιμα στοιχεία δεν τεκμηριώνουν αντίστοιχο όφελος όταν τα επίπεδά της είναι ήδη φυσιολογικά.
Ανάλογη είναι η εικόνα για τον σίδηρο. Τα χαμηλά αποθέματά του μπορεί να συμβάλλουν στην τριχόπτωση, ιδιαίτερα σε γυναίκες με έντονη έμμηνο ρύση ή περιοριστική διατροφή. Ανασκόπηση 36 μελετών, με περισσότερους από 10.000 συμμετέχοντες, κατέγραψε χαμηλότερα αποθέματα σιδήρου σε γυναίκες με απώλεια μαλλιών.
Αυτό δεν δικαιολογεί την προληπτική λήψη του χωρίς έλεγχο. Η υπερβολική πρόσληψη μπορεί να προκαλέσει γαστρεντερικές ενοχλήσεις και σοβαρότερες επιπλοκές. Η ανάγκη χορήγησης αξιολογείται από γιατρό, με τη βοήθεια εξετάσεων, ενώ η βελτίωση των μαλλιών απαιτεί χρόνο.
Οι βιταμίνες του συμπλέγματος Β και ο ψευδάργυρος είναι επίσης απαραίτητα για την υγεία της τρίχας. Για τους περισσότερους ανθρώπους, όμως, αφετηρία αποτελεί μια ισορροπημένη διατροφή με αυγά, δημητριακά ολικής άλεσης, πράσινα λαχανικά, ξηρούς καρπούς και άλλες κατάλληλες πηγές θρεπτικών συστατικών.
Ιδιαίτερα δημοφιλής είναι η βιοτίνη, παρότι η πραγματική ανεπάρκειά της είναι σπάνια. Δεν υπάρχουν πειστικά στοιχεία ότι η πρόσθετη λήψη της πυκνώνει τα μαλλιά σε ανθρώπους χωρίς έλλειψη. Επιπλέον, οι υψηλές δόσεις μπορούν να αλλοιώσουν αποτελέσματα εργαστηριακών εξετάσεων, ακόμη και εκείνων που αφορούν τον θυρεοειδή ή τη διάγνωση εμφράγματος. Όσοι τη λαμβάνουν χρειάζεται να ενημερώνουν τον γιατρό και το εργαστήριο.
Για το μεθυλοσουλφονυλομεθάνιο (MSM) και τα προβιοτικά, ορισμένα ευρήματα παρουσιάζουν ενδιαφέρον. Οι μελέτες, ωστόσο, παραμένουν περιορισμένες και δεν επιτρέπουν ασφαλή συμπεράσματα για την αποτελεσματικότητά τους.
Η σωστή αντιμετώπιση
ξεκινά από τη διάγνωση
Η τριχόπτωση μπορεί να συνδέεται με κληρονομικότητα, ορμονικές μεταβολές, στρες, διατροφικές ελλείψεις ή άλλα προβλήματα υγείας. Γι’ αυτό δεν υπάρχει ένα συμπλήρωμα κατάλληλο για κάθε περίπτωση.
Μεταξύ των καλύτερα μελετημένων θεραπευτικών επιλογών βρίσκεται η τοπική μινοξιδίλη, η οποία μπορεί να περιορίσει την απώλεια και να ενισχύσει την ανάπτυξη των μαλλιών. Δεν αποδίδει, όμως, σε όλους ούτε αποκαθιστά απαραίτητα την προηγούμενη πυκνότητα.
Η αξιολόγηση του αποτελέσματος συχνά απαιτεί 6–12 μήνες, ενώ μετά τη διακοπή συνήθως χάνεται σταδιακά το όφελος. Πιθανές ανεπιθύμητες ενέργειες είναι ο ερεθισμός του τριχωτού, η ανεπιθύμητη τριχοφυΐα στο πρόσωπο και μια προσωρινή αύξηση της τριχόπτωσης στην αρχή. Η χορήγησή της από το στόμα απαιτεί ιατρική αξιολόγηση και παρακολούθηση, λόγω πιθανών συστηματικών παρενεργειών.
Όταν η απώλεια μαλλιών είναι έντονη, επίμονη ή ξαφνική, το ουσιαστικό πρώτο βήμα είναι η εξέταση από δερματολόγο. Η αναγνώριση της αιτίας επιτρέπει στοχευμένη αντιμετώπιση και αποτρέπει την άσκοπη χρήση σκευασμάτων που μπορεί να κοστίζουν χωρίς να προσφέρουν αποτέλεσμα.




