Η αυλαία έπεσε χθες για το δικαστικό δράμα «12 Ένορκοι» που ζωντάνεψαν στο σανίδι τα μέλη της ΕΘΟΛ, υπό τη σκηνοθετική ματιά του Δημήτρη Αγορά, και δεν είναι υπερβολή να πούμε πως το χειροκρότημα ήρθε όσο ακόμα οι ηθοποιοί ήταν πάνω στη σκηνή λίγο πριν το κλείσιμο της τελικής σκηνής.
Στην, για μια ακόμα φορά, κατάμεστη αίθουσα του Πνευματικού Κέντρου Σπάρτης οι θεατές έγιναν μάρτυρες ενός δικαστικού ψυχολογικού δράματος που έφερε στην επιφάνεια προσωπικές συγκρούσεις και εσωτερικούς δαίμονες. Μέσα από διαφωνίες, εντάσεις, κραυγές και φόβο η κάθαρση ήρθε εν τέλει σαν καυτή λύτρωση μέσα από κύματα θυμού, οργής και έκρηξης. Μια νηνεμία που επήλθε μετά από μια παρ’ ολίγον δολοφονική καταιγίδα, τόσο έντονη που μέχρι και οι θεατές βυθιστήκαμε στα ταραχώδη νερά χωρίς ανάσα.
Όταν η μοίρα ενός νέου ανθρώπου καθορίζεται από τη δική σου απόφαση, όταν η ζωή του κρέμεται από τη λεπτή κλωστή της δικής σου κρίσης, νιώθεις άραγε το βάρος της ευθύνης στους ώμους σου ή το αντιμετωπίζεις σαν μια ακόμα καθημερινή επιλογή, με όλη την επιπολαιότητα και ελαφρότητα που έχεις συνηθίσει γιατί «έχουμε κι άλλες δουλειές να κάνουμε»;
Ένα καθαρά ανθρωποκεντρικό δίλημμα που το μόνο που χρειαζόταν για να φωτιστεί ήταν ένας φάρος μέσα στην καταχνιά των κατηγοριών. Ο φάρος αυτός δεν ήταν άλλος από την ανθρωπιά. Πώς να στείλεις ένα νέο παιδί δεκαεννιά χρονών στην ηλεκτρική καρέκλα ελαφρά τη καρδία, χωρίς καν να συζητήσεις την πιθανότητα να είναι αθώος; Η συνείδηση ενός εκ των ενόρκων δεν το επέτρεψε. Μέχρι που, σταδιακά, οι αμφιβολίες άναψαν σαν μικρές φλόγες μέσα στις συνειδήσεις και των υπολοίπων, μέχρι που η λέξη «ένοχος» κάηκε ολοσχερώς και στα αποκαΐδια της ακούστηκε και το τελευταίο «αθώος».
Αυτό ήταν και το σημείο που μας γονάτισε όλους όσοι γίναμε μάρτυρες της υπόθεσης. Ένα «αθώος» που ακούστηκε όταν και το τελευταίο κάστρο, το πιο απόρθητο, κατέρρευσε εν μέσω λυγμών μιας ψυχής που, τυφλωμένη από το προσωπικό της σκοτάδι, τη δική της μοναξιά και απόρριψη, βάλθηκε να τιμωρήσει ένα άλλο παιδί για τον πόνο που της προκάλεσε το δικό της. Η συγκλονιστική ερμηνεία του Αποστόλη Ζησόπουλου στον ρόλο του αμετάκλητου, ψυχρού ενόρκου που λυγίζει όταν η πανοπλία του μίσους επιτέλους σπάει, θα μας στοιχειώνει για καιρό.
Το έργο του Ρέτζιναλντ Ροουζ, αν και γραμμένο το 1957, είναι ακόμα τόσο επίκαιρο όσο και η αδύναμη ψυχή του ανθρώπου. Οι ερμηνείες των ηθοποιών της ΕΘΟΛ άγγιξαν εκείνες τις ευαίσθητες, κρυμμένες χορδές που με τον παλμό τους σε «αναγκάζουν» ν’ αναρωτηθείς πώς θ’ αντιδρούσες αν βρισκόσουν εσύ στη θέση τους.
Ένα δικαστικό δράμα εκ πρώτης όψεως. Μια κοινωνική και ψυχολογική τραγωδία όταν νιώσεις το βάθος του τρόμου και της αδικίας που θα μπορούσε να είχε συμβεί αν εκείνος ο ένας ένορκος δεν είχε το σθένος να ξεκινήσει αυτό το ντόμινο συναισθημάτων και σκέψεων. Όταν πέφτει η αυλαία και το μόνο που θες φεύγοντας είναι να γίνεις καλύτερος άνθρωπος, τότε δεν είδες μια απλή παράσταση, είδες μια έμπνευση ελπίδας που θα γίνει η δική σου προσωπική πυξίδα ανθρωπιάς.




