Παντού ελλοχεύουν κίνδυνοι. Η ζωή η ίδια εγκυμονεί κινδύνους, που δεν ξέρουμε πότε θα γεννηθούν. Πότε και πού θα πέσει ο κεραυνός. Και πολλές φορές οι κεραυνοί πέφτουν απανωτά. Πώς το λένε οι Κρητικοί;
Καλώς τηνε τη συμφορά μα νάρθει μοναχή της
μην έρθει με τη μάνα της και με την αδερφή της
Φόβοι, ανασφάλειες, αδυναμίες, αβεβαιότητες κυριαρχούν. Και ο άνθρωπος, το τραγικό αυτό πλάσμα, σαν το λαγό στην τούφα, χωρίς να μπορεί να κάνει τίποτ’ άλλο παρά μόνο να διατυπώσει ευχές. Και να εύχεται πάλι αυτές οι ευχές να πραγματοποιηθούν. Ουδέν έτερον. Όλα τ’ άλλα είναι μοιραία, τυχαία και συμπτωματικά. Ακόμα και το ότι βρέθηκε στη ζωή τυχαίο κι αυτό κι ας μην επεκταθούμε. Έχει τεράστια σημασία εκείνο που λέει ο Όμηρος «Θεὸς μέγαςκαὶ μοῖρα κραταιή» . Αν κάτσει κανείς και διαβάσει τον Όμηρο προσεχτικά, σημειώνει τα παράξενα, τα νοήματα, τα καθημερινά θα ιδεί την επανάληψη που γίνεται στη ζωή κι ας πέρασαν αιώνες. Ξεστρατήσαμε όμως.
Έτσι ο άνθρωπος των παλαιοτέρων εποχών, που διεκρίνετο για το βάθος που έδιδε στα πράγματα, ως πιο κοντά στη φύση, ενώ σήμερα απομακρυνθήκαμε, τις βαθειές παρατηρήσεις που έκανε, την έμφυτη ευγένεια, εν αντιθέσει με την εποχή μας που όλα τα ωραιοποιεί ψευτίζοντάς τα άλλως πως τα μασκαρεύει, αποδιώχνει κάθε δυσάρεστο-ή νομίζει-και ενδιαφέρεται για την καλοπέρασή του θηρεύοντας μόνον ηδονές, λες και τα κακά,τα δυσάρεστα δεν υπάρχουν, ο θάνατος το μόνο αθάνατο δεν υπάρχει κι ακούγοντας τη λέξη χτυπάμε ξύλα, όταν λέω οι παλαιότεροι άνθρωποι γελούσαν ξεκαρδιστικάκαι υπερβολικά, αν τους ξέφευγε δηλαδή και ξεπερνούσαν το μέτρο, αφού σε όλα πρέπει να υπάρχει μέτρο, συμπλήρωναν και εύχονταν «σε καλό να μας βγουν τα γέλια». Τρόμαζε μήπως το γέλιο μεταβληθεί σε στεναχώρια, πόνο, δάκρυ, κλάμα. Ήξερε ότι η στεναχώρια κι ο πόνος, η χαρά με τη λύπη πάνε αντάμα, είν’ αδέρφια, βγαίνουν από την ίδια κοιλιά. Το γέλιο διαδέχεται το κλάμα. Έτσι εύχονταν να μην ακολουθήσει κλάμα, αλλά τα γέλια να βγούνε σε καλό. Μεγάλα πράγματα, μετρημένα, γραδαρισμένα, από φιλοσοφημένους και συνετούς ανθρώπους.
Άλλο παράδειγμα που δείχνει την ποιότητα της ψυχής των συναισθημάτων και του χαρακτήρα των ανθρώπων παλαιότερων, όχι και πολύ μακρινών μας εποχών, ήταν εκείνο που έλεγαν αν τους εύρισκες να τρώνε. Στο χωράφι ας πούμε στον ίσκιο κάτω απ’ το πουρνάρι και περνούσε κάποιος τυχαία ή και στο σπίτι. Δεν σε ρώταγαν ποτέ αν έφαγες, αν πεινάς και τέτοια, αλλά βλέποντας έναν ή περισσότερους, έλεγαν «κόπιασε», «κοπιάστε» Δηλαδή για να μην νιώσεις άβολα ή ταπεινωμένα (δεν υπάρχει χειρότερο, σκληρότερο συναίσθημα από την ταπείνωση), δεν ρωτούσαν αν πεινάς, αν έφαγες, τί έφαγες, πότε και άλλα τέτοια κι ας ήξεραν, σε καλούσαν αυθόρμητα να υποβληθείς εσύ στον κόπο και να τους κάνεις τη χάρη να τους τιμήσεις με την παρουσία σου και να καθίσεις να φας μαζί τους απ’ τη φτώχεια τους, ψωμί, τυρί, ελιές, φασολάδα, ό,τι είχαν και να μετάσχεις στη δική τους κοινωνία ψυχών. Και το έλεγαν και το προσέφεραν απ’ την καρδιά τους και με την καρδιά τους. Και:
Φίλοι καλώς ορίσατε, φίλοι κι αγαπημένοι
Κοπιάστε στο τραπέζι μας με τα πολλά καλούδια.
Φάτε και πιέτε, φίλοι μου, γλεντείστε, τραγουδείστε,
αυτόν τον χρόνο τον καλό .
τον άλλον ποιος τον ξέρει. Για ζούμε
για πεθαίνουμε, για σ’ άλλον κόσμο πάμε,
λέει το υπέροχο Θρακιώτικο τραγούδι που κάθε λέξη του κρύβειτόσο νόημα, τόσο πόνο. Άλλοι καιροί άλλα ήθη. Δεν λέω πως δεν είχαν κι αυτοί αδυναμίες, ελαττώματα. Είχαν και πολλές. Το γνώριζαν όμως και προσπαθούσαν να τις απαλύνουν, να τις μαλακώσουν. Και τόκαναν με απλά πράγματα. Με το τραγούδι, χωρίς να νομίζουν ότι κάνουν κάτι σπουδαίο. Ακόμα και με μία λέξη «κοπιάστε». Ενώ σήμερα εμείς αποξενωθήκαμε. Κάποτε χτυπούσε η πόρτα του σπιτιού μας κι όλο χαρά λέγαμε «κάποιος ήρθε». Και ανοίγοντας τον δεχόμαστε με το κόπιασε μέσα. Τώρα χτυπάει η πόρτα μας και λέμε: «Παναγία μου, ποιός είναι»!
Μερικές απλές κουβέντες είναι τόσο μεγαλειώδεις που δεν τις χορταίνει η ψυχή σου. Τέτοια λέξη το «κοπιάστε». Και αυτά τότε που η ευγένεια ήταν έμφυτη, έβγαινε απ’ την ψυχή και δεν είχε αντικατασταθεί απ’ τις αποπροσανατολιστικές δημόσιες λεγόμενες σχέσεις, τις πρόστυχες διαφημίσεις, και τα προσποιητά ξύλινα χαμόγελα, τους ατομικισμούς, τις αντιφάσεις, την ασέβεια, τις τόσες υποκρισίες, του όλα πουλιούνται και αγοράζονται. Και δεν ακούς πια ένα αγνό «κοπιάστε». Βλέπετε υπήρχαν πράγματα που η αξία τους δεν ήταν αποτιμητή σε χρήμα και οι τσαρλατάνοι δεν είχαν πέραση.
Ένα άλλο κόπιασε διαφορετικό από τα παραπάνω κι έτσι όπως είναι ενταγμένο στο κείμενο, θα μπορούσαμε να μεταφράσουμε το περίφημο «μολών λαβέ»του Λεωνίδα προς τον Ξέρξη πριν τη μάχη των Θερμοπυλών. Ας το δούμε λοιπόν διότι πριν απ’ το «μολών λαβέ» προηγούνται πολλά ενδιαφέροντα και συνταρακτικά, όπως τα σώζει ο Πλούταρχος στα «Λακωνικά αποφθέγματα», τα οποία δεν μπορεί να αγνοηθούν.
Ξέρξου δὲ γράψαντος αὐτῷ "ἔξεστί σοι μὴ θεομαχοῦντι, μετ’ ἐμοῦ δὲ τασσομένῳ τῆς Ἑλλάδος μοναρχεῖν" αντεγραψεν "εἰ τὰ καλὰ τοῦ βίου γινώσκοις, ἀπέστης ἂν τῆς τῶν ἀλλοτρίων ἐπιθυμίας· ἐμοὶ δὲ κρείσσων ὁ ὑπὲρ τῆς Ἑλλάδος θάνατος τοῦ μοναρχεῖν τῶν ὁμοφύλων."
Πάλιν δὲ τοῦ Ξέρξου γράψαντος «πέμψον τὰ ὅπλα", ἀντέγραψε "μολὼν λεβέ».
Μεταφράζω: Όταν ο Ξέρξης του έγραψε «έχεις τη δυνατότητα να μην τα βάνεις με τους θεούς, να ταχθείς με το μέρος μου και να γίνεις μονάρχης της Ελλάδος»του απάντησε με επιστολή. «Αν ήξερες ποιά είναι τα καλά στη ζωή θα απείχες από το να επιθυμείς ξένα πράγματα. Για μένα είναι καλλίτερο να πεθάνω για την Ελλάδα παρά να είμαι μονάρχης στους ομοφύλους μου.»
Όταν πάλι ο Ξέρξης του έγραψε «στείλε τα όπλα σου», του απάντησε γραπτώς «κόπιασε».
Κόπιασε, κοπιάστε
ΔΕΙΤΕ ΤΑ ΟΛΑ ΣΤΗΝ ΚΑΤΗΓΟΡΙΑ
ΑΡΘΡΑ




