Όταν οι Γερμανοί άρχισαν να μαζεύουν τους Εβραίους, πριν ξεσπάσει ο Β’ Παγκόσμιος Πόλεμος, στην αρχή επέτρεπαν σε οικογένειες Αμερικανών που έμεναν στη Γερμανία, να υιοθετούν Εβραιόπουλα. Είχαν φαίνεται σχέδιο εξοντώσεως των Εβραίων από πολύ νωρίς και θεώρησαν καλό με αυτόν τον τρόπο να απαλλαγούν τουλάχιστον απ’ τα μικρά παιδιά. Γιατί τί θα τα έκαναν; Θα τα σκότωναν κι αυτά; Θα μπορούσαν βέβαια να το κάνουν, όπως και έγινε αργότερα, αλλά ακόμη δεν είχαν αγριέψει τόσο ώστε να σκοτώνουν μικρούς μεγάλους αδιακρίτως. Έτσι, μιας και τους βόλευε και δεν είχαν εφεύρει ακόμη τα κρεματόρια, επέτρεπαν σε οικογένειες Αμερικανών φιλοεβραίων που έμεναν στη Γερμανία ή έρχονταν επί τούτου απ’ την Αμερική να υιοθετούν Εβραιόπυλα.
Αυτό ήταν εν ολίγοις το περιεχόμενο τηλεοπτικής εκπομπής που παρακολούθησα προ καιρού, ταράχτηκα και δεν μπόρεσα να συγκεντρωθώ να συγκρατήσω λεπτομέρειες. Το σημαντικότερο δε ήταν ότι απαγορευόταν στους γονείς να αποχαιρετήσουν τα παιδιά τους που έφευγαν, κι ήταν αυτό στο οποίο είχαν επικεντρώσει οι συντελεστές της εκπομπής, κυρίως όμως οι πρωταγωνιστές της που ήσαν τα ίδια τα μικρά παιδιά της εποχής εκείνης, γέροντες τώρα πάνω από ογδόντα ετών, που τα εδιηγούντο.
Απαγορευόταν στο γονιό να αποχαιρετήσει το παιδί του, να το σφίξει στην αγκαλιά του για στερνή φορά, να το φιλήσει. Και γνώριζαν πως δεν θα ξαναδούν τα παιδιά τους ποτέ πια, διαισθάνονταν δε και οι ίδιοι οι γονείς που έμεναν πίσω στη Γερμανία και τη δική τους τύχη. Και οι παράγοντες της εκπομπής στάθηκαν κυρίως στη συμπεριφορά αυτών των γονέων, που η μόνη επιθυμία τους ήταν να γλυτώσει το παιδί τους.
Η περιγραφή του αποχωρισμού ήταν συγκλονιστική. Δεν επέτρεπαν ούτε καν να πλησιάσουν κοντά στο τραίνο και να σηκώσουν το χέρι σε χαιρετισμό παρά μόνο σε ναζιστικό. Κι αυτό το εισιτήριο της σωτηρίας για τα παιδιά μου φάνηκε πως δεν διέφερε και πολύ από εκείνο του θανάτου για τους γονείς. Όλη δε η εκπομπή ήταν επικεντρωμένη στη γενναία συμπεριφορά των γονιών. Στον βουβόν αποχαιρετισμόν χωρίς να έχουν δικαίωμα να κλάψουν. Όλα γινομένα σκληρά. Και υπέμεναν οι γονείς για τη σωτηρία των παιδιών τους όχι φοβούμενοι την κακία των Γερμανών, αλλά για το πόσο ψηλά καλείται να σταθεί ο γονιός! Ο άνθρωπος πόση δύναμη, πόση αξιοπρέπεια διαθέτει για να σώσει το παιδί του!
Επαναλαμβάνω ότι τα γεγονότα του αποχωρισμού εδιηγούντο τα τότε μικρά παιδάκια, που υιοθετούντο από οικογένειες Αμερικανών, γέροντες τώρα πια. Και κανένας τους δεν ξεστόμισε κακιά κουβέντα, δεν είπε κατάρα. Κανένας απ’ τους Εβραίους δεν έβρισε, αλλά όλοι τους φέρθηκαν με πρωτοφανή αξιοπρέπεια, μεταφέροντας στον θεατή τα συναισθήματα που κρατούσαν σε μικρούς και μεγάλους. Όλα εκείνα τα αόρατα και παράξενα, όλη την ησυχία που προκαλούσε ανησυχία. Ο αναβρασμός που δεν φαινόταν, τα βουβά αγκαλιάσματα που ποτέ δεν ολοκληρώνονταν σαν αγκαλιάσματα…
Το περίεργο είναι ότι και αργότερα κατά τη διάρκεια του πολέμου, όταν οι Γερμανοί συνελάμβαναν Εβραίους σε οποιαδήποτε κατεχομένη Χώρα και στη δική μας, όπως στη Θεσσαλονίκη, τα Γιάννενα, τα Χανιά, σ’ όλον τον αναβρασμό, δεν ακούγονταν διαμαρτυρίες από τα δύσμοιρα θύματα. Ήταν γιατί οι Γερμανοί είχαν στήσει τα πολυβόλα τους παντού γύρω, έτοιμοι να πετσοκόψουν αν χρειαζόταν κι ο κόσμος από φόβο έμενε αδρανής; Ήταν γιατί η συμφορά του άλλου δεν μας αγγίζει; Γιατί οι Εβραίοι τότε, αλλά και σήμερα ακόμα, εθεωρούντο κλέφτες, πονηροί, απατεώνες κι ας μην είχε βλάψει ποτέ κανείς κανέναν; Πού να ξέρεις. Πάντως πουθενά δεν υπήρξε αντίδραση για τα εγκλήματα των Γερμανών εις βάρος των Εβραίων, που το μόνο «έγκλημά» τους ήταν γιατί γεννήθηκαν Εβραίοι και οι άλλοι βάλθηκαν να τους αφανίσουν από προσώπου γης για να θριαμβεύσει η Αρία φυλή τρομάρα τους. Και δεν σκέφτηκαν πως για να επιτύχουν το σκοπό τους οι Γερμανοί έπρεπε να εξαφανίσουν όλους όσους δεν ανήκαν στην Αρία φυλή, ήτοι το σύνολο του πληθυσμού της γης. Τί τρέλα, τί ομαδική παράκρουση καταλαμβάνει καμμιά φορά τους ανθρώπους και δεν υπάρχει τίποτα να αναχαιτίσει το κακό. «Οὔτε λόγος ἐχυρὸς οὔτε ὅρκος φοβερός», που λέει ο Θουκυδίδης.
Μα, κάναν λεφτά οι Εβραίοι, είχανε τον πλούτο. Η απάντηση σ’ αυτό είναι πως καλά έκαναν. Μπορεί κάποιος να ειπεί ότι καταχράστηκαν, παρανόμησαν εις βάρος κάποιου άλλου; Γιατί λοιπόν όλοι μισούν τους Εβραίους, ακόμη και σήμερα; Τα σκέφτομαι αυτά τώρα που γέρασα και λέω : Εμάς, εμένα μου σκότωσαν κανέναν; Σκότωσαν κανέναν Γερμανό ποτέ οι Εβραίοι; Κι όποτε πολέμησαν, από το 1948 και μετά που ιδρύθη το κράτος τους, το έκαναν ενώπιος ενωπίω. Ποτέ κρυφά ή βόμβες ή τρομοκρατικές ενέργειες. Και εδάφη που κατέλαβαν – ολόκληρη τη χερσόνησο του Σινά – τα επέστρεψαν. Έγινε ποτέ άλλοτε κάτι παρόμοιο στην Ιστορία; Γιατί λοιπόν οι Γερμανοί εξόντωσαν τους Εβραίους, δίχως να πληρώσουν αναλόγως των εγκλημάτων τους; Και σήμερα δέχονται τους Γερμανούς ως τουρίστες στο Ισραήλ, εκεί που θά ’πρεπε να τους κυνηγούν παντού.
Γιατί τους μισούν τους Εβραίους; Επειδή υποστηρίζουν την πατρίδα τους; Διότι την αγαπούν όπου κι αν βρίσκονται; Και είναι αυτό κακό; Ακόμα βαρέθηκα να ακούω τους Έλληνες ότι τα ξέρουν όλα. Κουράστηκα με τους κουλτουριάρηδες που μιλούν για δικαιοσύνη, δημοκρατία, ισότητα και φταίνε οι Αμερικάνοι, οι Εγγλέζοι, οι Εβραίοι και ποτέ εμείς οι Έλληνες, που τα έχουμε όλα καλά καμωμένα.
Ας επανέλθουμε όμως στην εκπομπή και σιγά σιγά να κλείσουμε. Στους όρθιους άντρες τους πατεράδες τους αμίλητους, τους κατηφείς. Στις μαννάδες που δεν μπορούσαν ούτε να αγκαλιάσουν τα παιδιά τους και να τα φιλήσουν για τελευταία φορά. Που δεν μπορούσαν να κλάψουν μπροστά σ’ αυτά γιατί απαγορευόταν κι έκλαιγαν βουβά μέσα τους. Και τα παιδιά, οι σημερινοί γέροντες που τα εδιηγούντο, τότε γελούσαν και παίζανε μεταξύ τους γιατί δεν αισθάνονταν τον κίνδυνο, αλλά νόμιζαν ότι πήγαιναν εκδρομή σε Χώρα μακρινή απ’ όπου θα γύριζαν σύντομα για να πουν στους γονείς τους τα μεγάλα και θαυμαστά που είδαν και κουνούσαν τα χεράκια τους με χαρά. Τραγωδία.
Κι αυτά τα παιδιά μεν σώθηκαν και γέροντες σήμερα μίλησαν. Τόσα άλλα όμως Εβραιόπουλα απ’ την Ελλάδα, τη Θεσσαλονίκη, τα Γιάννενα, τα Δωδεκάνησα σε ποια στρατόπεδα άφησαν τα κοκκαλάκια τους. Κι όχι μόνον Εβραιόπουλα, αλλά και χιλιάδες άλλα παιδία δολοφονημένα, νεκρά από την πείνα, Ελληνόπουλα κι απ’ όσες Χώρες πέρασαν οι πανάθλιοι Ούννοι, αυτή η κατάρα της Ευρώπης. Ιδέτε: Παρασκευή 11.6.21 ώρα 20:40’ τηλεοπτικός σταθμός «Βεργίνα». Επέτειος του Ολοκαυτώματος του Διστόμου. Ο δήμαρχος (Σταθάς) ανέφερεν ότι στο μουσείο (μαυσωλείο το είπε, αλλά η λέξη δε μου αρέσει, όπως δεν κυριολεκτεί ούτε η λέξη μουσείο και προκειμένου περί του Ολοκαυτώματος του Διστόμου πρέπει να βρούμε άλλη, ωστόσο ας το λέμε απλώς μουσείο) μεταξύ των άλλων εκθεμάτων από τις γερμανικές αγριότητες, εκτίθεται και σκελετός γυναίκας με το σκελετό του εμβρύου που είχε στην κοιλιά της. Ήταν σε προχωρημένη εγκυμοσύνη και τα τέρατα τη σκότωσαν.
Και η γερμανική βουλή αποφάσισε πρόσφατα σύσσωμη για άλλη μια φορά πως δεν μας χρωστάνε τίποτα. Ότι έχουν ξεπληρώσει τις υποχρεώσεις τους και για τα δάνεια που έπαιρναν και για τις αρπαγές, τις δηώσεις, τις καταστροφές, τις λεηλασίες, τις δολοφονίες. Όχι μόνο δεν μας χρωστάνε, αλλά αξιώνουν και επιβάλλουν κυρώσεις κατά της Ελλάδος, τους χρωστάμε εμείς και όχι αυτοί. Και «με τα κρανία των παππούδων μας πίνουν και ξεφαντώνουν», λέει ο Κων. Μπλάθρας. Γιατί έχουμε ηλίθιους κυβερνώντες και σήμερα και χθες και προχθές. Και κανένας Έλληνας (;) υπουργός οικονομικών δεν ενεργοποιεί αποφάσεις ελληνικών δικαστηρίων. Μόνο να έρθουν περισσότεροι Γερμανοί τουρίστες για διακοπές. Και άλλοι και άλλοι και άλλοι και κοσμοσυρροή. Γιατί; Για τα φράγκα. Αφήσαμε τις δουλειές μας, τις τέχνες και όλα εκείνα που μας έκαναν να ζούμε ήσυχα ζωή φυσιολογική, κακομάθαμε, πήραμε λάθος δρόμο και παγιδευτήκαμε αηδιαστικά. Διότι, θα το ξαναπούμε, έχουμε ηλίθιους πολιτικούς. «Η βλακεία, η εγωπάθεια, η ανικανότητα της ηγέτιδος τάξεως της Ελλάδος σε κάνει να ξεράσεις. Είμαι βέβαιος ότι αυτοί οι ελεεινοί δεν αντιπροσωπεύουν τη Χώρα… πολιτικάντηδες, καραβανάδες, ψιλικατζήδες, κολοβοβιστάδες, μούργοι, μουνούχοι και θηλυκά. Άθλια συνάφια γύφτοι ξετσίπωτοι και αρπαχτικά». Κι αυτά δεν τα γράφω εγώ, αλλά ο μεγάλος Γιώργος Σεφέρης. Κι αν είναι αμαρτία την εξομολογούμαι δημοσία. Ποτέ δεν τον χώνεψα αυτόν τον τουρισμό που θέλει τους Γερμανούς να τους Υπηρετούν οι κόρες μας, οι γυναίκες μας, εμείς.
Και το χειρότερο μου το θύμισε ο τιμημένος φίλος Δημήτρης. Βάζαμε πολιτικό μέσον για να πάμε εργάτες στη Γερμανία. Και το χείριστο : όταν περνούν τα τουριστικά λεωφορεία γεμάτα Γερμανούς από το Δίστομο, τα Καλάβρυτα, το Κομμένο, την Κάντανο, το Κοντό Μαρί, τους 118 της Σπάρτης και αλλού, οι ξεναγοί μας δεν βγάζουν κουβέντα για τα εγκλήματά τους. Μόνο σκύβουν το κεφάλι και προσπερνάνε χωρίς να λένε τί είναι εκεί. Κι από τη Σπάρτη αλλάξαμε και το δρόμο. Να μην περνούν καθόλου τα λεωφορεία από το μνημείο των 118, μήπως κατά τύχη ρωτήσει κάποιος και δεν θά ’χουμε τί να απαντήσουμε στον σημερινόν ευγενή τύραννον εκβιαστήν και δολοπλόκον της αργής δολοφονίας και ενορχηστρωμένης δολιότητος, ανεχόμενοι το πλήθος των προσβολών της εθνικής μας υποστάσεως.
Υστρερόγραφο: Κατά τη δίκη του Άιχμαν το 1961, το δικαστήριο μόλις και μετά βίας αφιέρωσε μια μόνο συνεδρίαση για τα εγκλήματα που διέπραξαν οι ναζί στην Ελλάδα χωρίς να λάβει καν υπόψην τη βοήθεια προς τους Εβραίους που παρείχε η Εκκλησία και οι Ελληνικές αρχές. Το τελευταίο ωδήγησε την Ένωση των Ελληνικής Καταγωγής Ισραηλινών να διαμαρτυρηθούν ανακοινώνοντας και υπογραμμίζοντας ότι πάνω από 10 χιλιάδες Ισραηλίτες σώθηκαν τότε από τους ναζιστές χάρις στη βοήθεια που παρέσχον προς αυτούς ο Μητροπολίτης Θεσσαλονίκης Γεννάδιος, ο τότε Αρχιεπίσκοπος Αθηνών Δαμασκηνός και οι Αστυνομικές Αρχές που εφοδίαζαν τους Εβραίους με πλαστές ταυτότητες.




