«Μορφές του πνεύματος και αγωνιστές του 1821 που πέθαναν πάμπτωχοι» είναι ο τίτλος του επιβλητικού και ογκώδους (1170 σελίδες μεγάλου σχήματος των εκδόσεων Παπαζήση) Νέου Βιβλίου της συμπολίτισσάς μας Γιούλας Μυλωνάκου – Σαϊτάκη. Και τώρα που τελείωσα την ανάγνωσή του, συγκινημένος βέβαια, ένιωσα επιτακτική την ανάγκη, προσερχόμενος αυθορμήτως και αυτοβούλως να καταθέσω γι’ αυτόν τον άθλον, έχοντας επίγνωση ότι σε τούτο το εγχείρημά μου πρέπει να προσέξω πολύ, αφού οι λέξεις και στα χέρια του μεγαλύτερου ποιητή να μιμηθούν μόνο μπορούν, να περιγράψουν, να τεχνουργήσουν, να ντύσουν την πραγματικότητα. Διακατεχόμενος δε από ωκεανόν σεβασμού και δέους πρώτα για τις Μορφές του πνεύματος και τους Αγωνιστές που πέθαναν πάμφτωχοι, μα και γι’ αυτό τούτο το βιβλίο, αναρωτήθηκα αν πρέπει να καταπιαστώ μ’ αυτό, αν μπορώ να αντέξω στη φωτιά. Γιατί, το λέω απ’ την αρχή, το βιβλίο αυτό αγγίζει τη φωτιά του απόλυτου. Κι αν βιρτουόζοι του λόγου δυσκολεύονται, ο δικός μου, αχαμνός, στα πυρακτωμένα κάρβουνα αδύνατο να βαδίσει. Και ας μη σπεύσει κανείς να συμπεράνει πως τούτα είναι υπερβολές, γιατί αν ιδείτε το τέλος των Λογίων και των Αγωνιστών του 1821 που διαλαμβάνονται σ’ αυτό και ποτέ δεν είχατε φανταστεί πόσοι και ποίοι είναι και ποιό υπήρξε το τέλος τους, είμαι βέβαιος ότι και σεις, τίμια και αντικειμενικά, θα καταλήξετε στο ίδιο συμπέρασμα.
Και δεν πρόκειται για την έκδοση ενός ακόμη από τα πολλά βιβλία επ’ ευκαιρία των 200 χρόνων από την έκρηξη της πατριωτικής (η λέξη πατριωτισμός είναι δημιούργημα του Ρήγα Φερραίου) των Ελλήνων Επανάστασης για την αποτίναξη του τουρκικού ζυγού, ούτε συγκαταλέγεται στα πλαίσια αυτής της προσπάθειας συμμετοχής και παρουσίας όλων στον εορτασμό, ώστε να μη λείψει κανείς απ’ την επέτειο. Απλώς η έκδοσή του τώρα, τό ’φερε η φορά των πραγμάτων, η μοίρα πείτε και συνέπεσε. Και δεν έχουμε την έκδοση ενός βιβλίου, αλλά τη γέννηση ενός ΓΕΓΟΝΟΤΟΣ, μετά από κυοφορία ετών, σαν που κάθε τέλειο και ευγενές έρχεται αργά και καθυστερημένα.
Έτσι συναισθηματικά φορτισμένος και συγκινημένος, όπως ήμουν άλλωστε καθ’ όλην την διαδρομή της μελέτης του, αποτολμώντας να καταθέσω στο Δικαστήριο του χρόνου και της Ιστορίας και έχοντας επίγνωση της αδυναμίας μου, συνειδητοποίησα πως είναι αδύνατον να βγω πέρα δίχως να επιστρατεύσω λόγια άλλων άξιων των γραμμάτων και της πατρίδος. Όπως εκείνος ο αρχαίος λυρικός ποιητής (Βακχυλίδης), γνωστός για την απάντησή του σε όσους των κατηγόρησαν ότι παίρνει από τον θείο του τον Σιμωνίδη και τον ομότεχνό του Πίνδαρον, είπε το περίφημο που το λέει στους αιώνες:
Ἕτερος ἐξ ἑτέρου σοφός, τό τε πάλαι τό τε νῦν.
Οὐ γὰρ ῥᾷστον ἀρρήτων ἐπέων πύλας ἐξευρεῖν.
Δηλαδή από παλιά ως τώρα ο ένας απ’ τον άλλον γίνεται σοφός, γιατί δεν είναι εύκολο να βρεις λέξεις (διέξοδο) για ό,τι ταράσσει το νου και την ψυχή, θα μπορούσαμε να αποδώσουμε ελεύθερα κάπως στη σημερινή μας γλώσσα. Έτσι οι λέξεις του τίτλου «που πέθαναν πάμπτωχοι», έφερε στο νου τη φράση του μεγάλου Άγγελου Τερζάκη από την πριγκιπέσσα Ιζαμπώ των παλατιών του Μυστρά (κεφ. Δεύτερη ανακάλυψη του κόσμου) που λέει «πέθαναν στη φριχτή παγωνιά της ασιτίας». «Σταυρικές στιγμές της δύσης τους» το λέει το ίδιο δυνατά η συγγραφέας. Και με λόγια όλα λέγονται. Για να δούμε όμως την πραγματικότητα. Για τούτο είπα απ’ την αρχή ότι οι λέξεις να τεχνουργήσουν μόνο μπορούν. Και όμως η συγγραφέας με το βιβλίο της αυτό άγγιξε το απόλυτο. Εδώ ο λόγος της συγγραφέως ως λόγος και ως άγγιγμα του αναγνώστη με τις πράξεις των Μορφών του πνεύματος και των Αγωνιστών με το τέλος του καθενός είναι πυρπολημένα, βρίσκονται σε ταύτιση. Έχουμε δηλαδή με μια λέξη έμπρακτο λόγο ή αλλιώς έλλογη πράξη. Τα δύο σε ένα. Υπάρχει δηλαδή μια στενή σχέση ανάμεσα στον ουσιαστικό λόγο της συγγραφέως και τις αυθεντικές πράξεις Μορφών του πνεύματος και Αγωνιστών ώστε στο βιβλίο έχουν γίνει ένα. Μια σύζευξη δράσης και της έκφρασής της. Και τέτοια εντύπωση, ισοδυναμίας δηλαδή λόγου και πράξης μας δίνουν αρκετοί λογοτέχνες και βεβαίως οι αρχαίοι από τον Όμηρο ως τους τραγικούς και φυσικά ο Μακρυγιάννης, όπου σ’ αυτόν και το λάθος ακόμη μεταβάλλεται σε αρετή για να εξυπηρετηθεί η πράξη. (Ο Μακρυγιάννης διηγείται τα γεγονότα όπως τα έζησε και όπως τότε και τώρα τα αισθάνεται η καρδιά). Έτσι και το βιβλίο της Μυλωνάκου αν είναι εκ των πραγμάτων πνιγμένο στην πίκρα, η συγγραφέας το χρυσώνει με γλυκιά και ασυναγώνιστη τρυφερότητα, ώστε όλοι μαζί λένε «τραγούδια» που είναι αναντίρρητα στενάχωρα, έχουν όμως μια μεγαλοπρέπεια σαν την αρχαία τραγωδία. Μάλιστα τις πιο πολλές φορές ο ήρωας τιμωρείται χωρίς, όπως με τον Ορέστη, να υπάρχει ύβρις.
Και έχουμε στο βιβλίο τους Λογίους και Αγωνιστές συγκεντρωμένους. Εμείς τους ρωτάμε και ο καθένας τους σηκώνει το δαχτυλάκι του σαν τα παιδιά του σχολειού στην τάξη μέσα για να ειπεί το δικό του. Κι ο καθένας μιλεί για την τραγωδία της ζωής, όπως την έζησε. Για τον πόνο, το φόβο, την αβεβαιότητα, το δάκρυ, την αγωνία, τον αγώνα, δίχως παράπονο πουθενά. Και όταν αυτά τα συζητάς για να ιδείς και πώς είναι πραγματικά η ζωή, όσο δυσάρεστα, έχουν μεγαλοπρέπεια. Ο πυρήνας της ζωής άλλωστε είναι τραγικός, όπως στα έγκατα της γης φωτιά και λάβα. Όταν όμως τα συζητάς και τα μελετάς φέρνουν μια γαλήνη, όπως απ’ τον πυρήνα της γης βγαίνεις στο περίβλημα όπου πια εκεί βλέπεις δέντρα, βουνά, ποτάμια, λουλούδια, πουλιά. Ή αν αυτοί οι παραλληλισμοί ξενίζουν λέω ότι το βιβλίο αυτό μιλεί στον αναγνώστη σαν τα πουλιά μέσα στο δάσος που άλλοτε τραγουδούν κι άλλοτε θρηνούν. Αναφέρω ενδεικτικά την «μεγαλοπρεπή πενία» που λέει ο Πλούταρχος, αποδελτιώνει ο Κοραής και μνημονεύει η Μυλωνάκου. Κατά την οποίαν ο Μ. Αλέξανδρος έπεμψε ως δώρον εις τον Φωκίωνα, 100 τάλαντα τα οποία ο τελευταίος μεγαλοπρεπώς αρνήθηκε παρά την μεγάλη του φτώχεια. Τον Φωκίωνα που κατεδικάσθη εις θάνατον σε ηλικία 85 ετών, πλήρωσε ο ίδιος το κώνειο και όταν ο γιός του του είπε: πεθαίνεις άδικα πατέρα, ο Φωκίων απάντησε: «ἄφες αὐτοῖς οὐ γὰρ οἴδασι τὶ ποιοῦσι».
Όμως ας προσπαθήσουμε να βάλουμε μια τάξη. Να τιθασεύσουμε τον όγκο χωρίς να κάνουμε παρουσίασή του - πώς θα μπορούσα άλλωστε; - για μια κριτική κι αυτή ξέπνοη, λειψή.
Το βιβλίο είναι διαιρεμένο σε τρεις (3) μεγάλες ενότητες. Στην πρώτη περιλαμβάνονται Λόγιοι της διασποράς και των νεωτέρων χρόνων. Στη δεύτερη ήρωες και αγωνιστές. Και στην τρίτη λογοτέχνες οι οποίοι πλαισιώνονται από «σημαδιακούς λογοτέχνες», λογοτέχνες της κατοχής, Κυπρίους λογοτέχνες και τέλος καλλιτέχνες με κοινό γνώρισμα όλων όσοι διαλαμβάνονται και στις τρεις ενότητες ότι «πέθαναν στη φριχτή παγωνιά της ασιτίας». Και όλο μαζί μια απέραντη τοιχογραφία ταπεινών μεγάλων μορφών όπου ο αναγνώστης θα σταθεί στην καθεμιά ώρα πολύ, θα αφουγκραστεί και μέσα του θα νοιώσει γνήσια συγκίνηση.
Της κάθε ενότητος προηγείται εκτενής και άκρως διαφωτιστική εισαγωγή της συγγραφέως η οποία μας μεταφέρει στο κλίμα της εποχής που έζησαν. Και το βιβλίο κλείνει όχι με επίλογο, ως είθισται, αλλά με λίγα λόγια της συγγραφέως για να μη μείνουν «αλειτούργητοι στην εκκλησιά της μνήμης», όπως λέει, χρησιμοποιώντας φράση του Εθνικού μας ποιητή Κωστή Παλαμά, και σφραγίζεται με πίνακες λέξεων, προσώπων και τόπων που διευκολύνουν ανά πάσα στιγμή τον απαιτητικόν αναγνώστην ή μελετητήν.
Δεν παραλείπω εδώ, καίτοι δεν κάνω παρουσίαση, να αναφέρω τις σημειώσεις κάθε κεφαλαίου οι οποίες από μόνες τους συνιστούν πολύτιμα στοιχεία, και την πρωτογενή βιβλιογραφία που παρατίθεται στο τέλος κάθε ανθολογημένου Λογίου ή Αγωνιστή. Και φυσικά την καθόλου επιβλητική εμφάνιση του βιβλίου που κοσμείται εξωτερικά με τις Ιερές Μορφές των: Νικηταρά, Καραβαγγέλη, Παπανικολή, Τζαβέλλα, Μαντώς, Σταϊκόπουλου, Παπαδιαμάντη, Κοραή και Ξενόπουλου.
Και ο τρόπος με τον οποίον η συγγραφέας κυκλώνει το κάθε θέμα της εξαιρετικός. Η κλιμακωτή δημιουργία, η αίσθηση του μέτρου, ο περιορισμός στα απολύτως αναγκαία για να φθάσει στο στόχο είναι από τα κύρια χαρακτηριστικά. Να φτάσει εκεί που θέλει, στο τέλος, στην κορύφωση, στο τέλειο. Και ανάμεσα σ’ αυτά τα φαινομενικά απλά, η συγγραφέας με μαεστρία μοναδική υφαίνει έναν λεπτοδουλεμένο λόγο με αδιάκοπες συναισθηματικές μεταπτώσεις, δίχως δραματοποιήσεις, και όλα τούτα δίνουν στο βιβλίο τον τόνο και τον ρυθμό. Ένα πραγματικό επίτευγμα ως σύλληψη, ως πρώτη ιδέα με ένα εξόχως συγκινητικό αποτέλεσμα.
Η «επίσημα» γραμμένη ιστορία παραβλέπει μάλλον το τέλος αυτών των ανθρώπων. Αφήνει πίσω εκείνο που ίσα ίσα εκεί θά ’πρεπε να εστιάζει. Δεν βρήκε τρόπο και καιρό, σα να αισθάνεται ενοχές, να το καταχωρίσει στις σελίδες της. Και στα πανεπιστήμια δεν μεταδίδεται ή αναφέρονται από μεμονωμένους μεμονωμένα πώς πέθαναν αυτοί οι άνθρωποι. Ιδού όμως που βρέθηκε συγγραφέας και όχι απλώς τους συγκέντρωσε όλους μετά από κόπους και έρευνα ετών Αγωνιστές και Λογίους (πώς μπόρεσες, κόρη μου φρόνιμη να βγάλεις πέρα τέτοιο έργο!) σε έναν τόμο, αλλά το σπουδαιότερο εστίασε στο τέλος ενός εκάστου αποκαλύπτοντας στο ευρύ κοινό πώς φτιάχνεται και πώς οδηγεί η μοίρα τον κάθε άνθρωπο.
Η Μυλωνάκου βάζει έναν σταθερόν άξονα, τόσο συνολικά όσο και για κάθε πρόσωπο, Λόγιον ή Αγωνιστή. Αρχίζει από τα βιογραφικά του, όσα είναι απολύτως απαραίτητα για το σκοπό της και σύντομα, ανοίγεται κάπως στη ζωή του διερχόμενη από τους βασικούς σταθμούς και ξεχωρίζοντας ό,τι χρήσιμο για το σκοπό που έχει πάντοτε στο νου της. Στο πλαίσιο αυτό περιδιαβάζει, στοχάζεται, παραθέτει αποσπάσματα, όσα χρήσιμα δυναμάρια από το έργο καθενός, κατονομάζει όσους από τους μελετητές έμειναν σ’ αυτά τα βασικά, περιγράφει και παρατηρεί μελαγχολικά την πορεία προς το τέλος, συμπορεύεται πέστε και τελικά στέκεται σ’ αυτό το τέλος, όπου εδώ πια εστιάζει, φωτίζει και ταυτόχρονα στοχάζεται, αναστοχάζεται, αναπαριστά, φιλοσοφεί δίχως πουθενά να αγανακτεί. (Αυτό το αφήνει στον αναγνώστη που θα το κάνει οπωσδήποτε).
Πολύτιμο το βιβλίο γιατί δεν υπήρχε μέχρι σήμερα, όπου να είναι συγκεντρωμένοι όλοι μαζί οι Λόγιοι, Αγωνιστές και λογοτέχνες που πέθαναν σε απόλυτη ένδεια. Πέραν αυτού όμως το βιβλίο πάει πολύ πέρα από το να είναι απλώς μια μαρτυρία για το πώς πέθαναν αυτοί οι άνθρωποι. Δεν περιορίζεται σ’ αυτό, που και τούτο από μόνο του είναι κατόρθωμα. Η ξεχωριστή του σημασία έγκειται στο γεγονός ότι ορθώνει συγκλονιστική πράξη αγάπης. Η συγγραφέας ερεύνησε με επιστημονικό πάθος και βρήκε το περιβάλλον που έζησαν αυτοί οι άνθρωποι, έζησε μαζί τους, ταυτίστηκε με τον καθένα και έγραψε σαν να έγραφαν οι ίδιοι για το τέλος τους. Σαν να είναι δικά της πρόσωπα όλοι οι Λόγιοι και οι Αγωνιστές. Να γιατί παραπάνω μίλησα για έμπρακτον λόγον ή σύζευξη δράσης και έκφρασης. Γιατί το βιβλίο αυτό το διαπερνά η αγάπη. Και ενώ ο τίτλος του είναι «που πέθαναν πάμπτωχοι» δεν περιορίζεται αλλά μελετά τα γραπτά τους για να μελετήσει τον πόνο τους. Το ανθρώπινο δράμα εν τέλει και αυτό την ώθησε πιστεύω να καταπιαστεί με ένα τόσο δύσκολο και ζοφερό θέμα. Και ό,τι θα πει το λέει με τρυφεράδα. Είναι αληθινό κι αυτό νομίζω το μεγαλύτερο προτέρημά του που απορρέει από τον βαθύ πόνο και της ίδιας, κι εδώ γίνεται το μεγάλο πέταγμα.
Και όλοι αυτοί που υπηρέτησαν τον άνθρωπο, την πατρίδα, τα γράμματα, οι περισσότεροι τα μεγαλύτερα αναστήματα Λογίων και Αγωνιστών, που πίστεψαν πως έτσι μόνο γίνεται η ζωή αξιοβίωτη, αυτή η ζωή στους ίδιους όχι μόνο δεν στάθηκε γενναιόδωρη αλλά τους τα ανταπέδωσε με τραγικότητα και αδικία. Αλήθεια είναι το τίμημα των μεγάλων ψυχών; Ενός Παπαδιαμάντη, ενός Σάθα, ενός Κοραή, ενός Νικηταρά, μιας Μαντώς Μαυρογένους, μιας Βιζβίζη, μιας Σταυριάννας Σάββαινας, ενός…, ενός…, μιας…, μιας…; Οι πράξεις, οι καταστάσεις, οι πόνοι, η πείνα, η ανέχεια, η αδικία στο βιβλίο αυτό υπερπερισσεύουν. Τα γενναία παλικάρια όπως ο Νικηταράς και οι άλλοι που ελευθέρωσαν την πατρίδα, καρφωμένα κατάκαρδα από την κακία των υποκριτών κατηγορούνται ότι λιποτάκτησαν, ότι την πρόδωσαν. Και καταπίνουν βουβά τη συκοφαντία. Και η ψυχή του αναγνώστη διαβάζοντάς τα τρέμει σαν που κοχλάζει ένα βουνό όταν η γη τρέμει από την αδυσώπητη κακία. Και όλα γινήκανε λόγος που μπαίνουν στην καρδιά. Διαβάζεις και δεν μπορείς να μην μετρήσεις τις λέξεις μία μία. Και τελειώνοντας τον κάθε Λόγιο ή Αγωνιστή – ο καθένας τους μπορεί να διαβαστεί και ξεχωριστά, υπάρχει αυτοτέλεια – έχεις τα μάτια γεμάτα δάκρυα από την πίστη στην τίμια ζωή καθενός, αφού κανένας τους δεν πατούσε την περηφάνεια του ν’ απλώσει χέρι στους περαστικούς. «Βιώνουν τη φτώχεια με απίστευτη αξιοπρέπεια» όπως γράφει και ο αναγνώστης κρατά την ανάσα του.
Βιβλίο συγκλονιστικό. Γραμμένο όλο μαζί σαν συναρπαστικό μυθιστόρημα αλλά και σαν διήγημα ξεχωριστό για τον κάθε Λόγιο ή Αγωνιστή, μακρυά από πανεπιστημιακές ή ακαδημαϊκές ξηρότητες που πολλές φορές σε κάνουν να αποστρέφεσαι τα βιβλία. Πραγματικά «δοσμένο σαν φως, σαν κύμα, σαν άνεμος, φτάνει αυτόν που το παίρνει να το παίρνει ως την ψυχή του και να το χαίρεται», που λέει ο μεγάλος διδάσκαλος Φώτης Βαρέλης και επικαλείται η Μυλωνάκου. Και εκφράζω την ευχή άμποτε τα επιστημονικά λεγόμενα βιβλία, τα πανεπιστημιακά συγγράμματα να γράφονται με την ψυχή της ζωντανής μας γλώσσας.
Και τα πολύ δυσάρεστα τα λέει σαν παραμύθι. Και τα παραμύθια ακόμη και τα πιο τραγικά ακούγονται ευχάριστα. Η περίπτωση κάθε Λογίου ή Αγωνιστή αφήνει μια γλυκόπικρη γεύση. Και τώρα που αλαργέψαν οι καιροί και ο χρόνος έπεσε πάνω τους βαρύς, σε μας φτάνει ο ήχος τους παραμυθένιος. Ως τέτοιον θα τολμούσα να συστήσω να τον πάρουμε ως την ψυχή μας και να τον χαρούμε. Και γιατί όχι να τον απολαύσουμε, να απολαύσουμε το παραμύθι.
Όσοι Έλληνες ξέρουν να τιμούν τέτοιες γνήσιες και τολμηρές φωνές σαν αυτή της συγγραφέως του βιβλίου με τις ειλικρινείς προθέσεις, ας το στηρίξουν ηθικά και υλικά*. Ας το κάνουν κτήμα τους. Στις βιβλιοθήκες τους και στις ψυχές τους. Το αξίζει. Βιβλίο που σώζει σεβασμό για τα 200 χρόνια από την Επανάσταση του 1821. Είμαι πεπεισμένος ότι η Ακαδημία Αθηνών και τα άλλα πνευματικά ιδρύματα της Πατρίδος μας δεν θα αγνοήσουν ένα βιβλίο του οποίου η προσφορά είναι πάνω απ’ όλα Εθνική και θα το τιμήσουν όπως του αξίζει.
* Σημειώνεται ότι τα έσοδα από τις πωλήσεις θα διατεθούν ως ενίσχυση στη Ιερά Μητρόπολη Μονεμβασίας και Σπάρτης.




