«Σ’ ευχαριστώ καρκίνε»:Η Παρουσίαση

Παρασκευή, 04 Φεβρουάριος 2022 16:31 | | E-MAIL ΕΚΤΥΠΩΣΗ
«Σ’ ευχαριστώ καρκίνε»:Η Παρουσίαση

Τον τελευταίο καιρό αποφεύγω να πηγαίνω σε παρουσιάσεις βιβλίων, εκδηλώσεις τιμής συγγραφέων και τα όμοια, όχι λόγω πανδημίας και συνωστισμού, αλλά γιατί στις παρουσιάσεις βλέπουμε ανθρώπους να αλληλοκολακεύονται και ακούγονται κατά κανόνα μόνον υπερβολές, που πολλές φορές εξοργίζουν με τα ψέματα που λέγονται έντεχνα και συγκεκαλυμένα. Και παίρνεις το βιβλίο, παρακινήθηκες και το αγόρασες, το ανοίγεις με λαχτάρα προσδοκώντας ότι θα βρεις κάτι από εκείνα που άκουσες και πέφτεις απ’ τα σύννεφα. Δεν υπάρχουν ούτε ψήγματα. Και λες: πού τα βρήκε ο ευλογημένος; απογοητεύεσαι και ξεκακίζεις. Διαπιστώνεις ότι εξαπατήθηκες όχι γιατί έχασες και τα λεφτά σου, αλλά για την απάτη καθ’ εαυτήν ως πράξη. Και ορκίζεσαι να μην ξαναπατήσεις σε παρουσίαση, και γενικά διαπιστώνεις ότι απ’ τα βιβλία που εκδίδονται και κυκλοφορούν, ιδίως λογοτεχνικά – ο κάθε κουνημένος βγάζει από ένα – ότι σε ποσοστό μπροστά από 98% δεν κάνουν ούτε να τυλίξει ο μπακάλης σαρδέλα, όπως έλεγε ο διδάσκαλος Δημήτρης Λιαντίνης. Και συμπλήρωνε: Άκουσον άκουσον έβγαλε βιβλίο ως και η πνευματικά δύσοσμη Λιάνη και την πρώτη ημέρα πούλησε 10 χιλ. αντίτυπα. 

Και αν αριά και που παρουσιαστεί κάποιο που αξίζει, μέσα στο πλήθος των εκδιδομένων, πέφτει θύμα άγριας βιβλιομαχίας και χάνεται. Πρέπει να έχεις μεγάλη τύχη για να το ανακαλύψεις, αφού τα αληθινά βιβλία και οι συγγραφείς τους αποφεύγουν συνειδητά τους θορύβους. Τα δε μέσα μαζικής (βάρβαρος όρος) ενημέρωσης δεν εστιάζουν ποτέ σε αυτά και δεν έχουν καιρό για τέτοιους ανθρώπους και βιβλία.

Όσο για τις εκδηλώσεις τιμής που οργανώνονται κατά καιρούς για να τιμηθούν λογοτέχνες (έτος Καζαντζάκη, Καβάφη, Ρίτσου κλπ), αυτές οι αφειδώλευτες υστεροφημίες γίνονται κατά κανόνα όχι για να τιμηθούν οι τιμώμενοι, αλλά για να προβληθούν και να επιδειχθούν οι τιμώντες. Τις ονομάζω πονηρές ειλικρίνειες.

Έτσι γι’ αυτούς κυρίως τους λόγους και άλλους δευτερότερους αλλά όχι αμελητέους, τα τελευταία χρόνια αποφεύγω να πηγαίνω σε παρόμοιες εκδηλώσεις. Όμως την 20.11.21 στην παρουσίαση του βιβλίου του συμπατριώτη μας γιατρού Δημήτρη ΑΛΕΙΦΕΡΟΠΟΥΛΟΥ, για την οποίαν έμαθα τυχαία την προηγουμένη, δύο δυνάμεις ορθώθηκαν και πάλευαν κυριολεκτικά μέσα μου. Η μία που έλεγε ότι θα έχουμε «μία από τα ίδια», από τις συνήθεις παρουσιάσεις και θα απογοητευτείς και η άλλη που σαν την Αθηνά ψιθύριζε σιγά στ’ αυτί και έλεγε: Σ’ αυτήν ειδικά την παρουσίαση πρέπει να πας. Ξέχνα τα αλαφρόλογα και ό,τι γινόταν ως τα σήμερα. Απόψε θα ιδείς την τραγική ομορφιά στις σχέσεις μας με τη ζωή. Θα γοητευτείς από παρθένες συγκινήσεις. Θα ανακαλύψεις πράγματα που είναι βαθειά μέσα και στη δική σου ευαισθησιακή λειτουργία και θα φωνάξουν. Θα συναντήσεις το μυστικό της ίδιας της ζωής. Και σχεδόν διατακτικά: Σήκω, τί κάθεσαι;    

Για την παρουσίαση έμαθα, όπως είπα, τυχαία. Μυστήριο ανεξιχνίαστο που θα μείνει για πάντα είναι πώς βρέθηκαν ορισμένοι άνθρωποι στη ζωή μας. Η συνάντηση μ’ αυτούς. Πώς έγινε και σταματήσαμε μπροστά τους με τις θύρες της καρδιάς μας ανοιχτές. Και το ανεξιχνίαστο έχει πολλή ποίηση και γοητεία. Όμως, το βράδυ εκείνο πριν την έναρξη της εκδήλωσης, ο Δημήτρης Αλειφερόπουλος σαν με αντίκρυσε σταμάτησε μπροστά μου χωρίς να γνωριζόμαστε κι αυτό κάνει το μυστήριο πιο ανεξιχνίαστο. Κι εδώ σταματώ.

Κάτι λοιπόν με ωθούσε, ψιθύριζε επίμονα στα μύχια της ψυχής ότι σ’ αυτήν την παρουσίαση πρέπει να είμαι παρών, παραμερίζοντας κορωνοϊούς, συνωστισμούς, το κρύο της βραδιάς και τα άλλα που μας καθηλώνουν. Ήταν και η περιέργεια που γεννούσε ο τίτλος «Σ’ ευχαριστώ καρκίνε», που ο ίδιος δεν θα τολμούσα να χρησιμοποιήσω σε δικό μου γραφτό, μαζί με το γεγονός ότι δεν είχε προηγηθεί καμμία ανακοίνωση, ούτε προσκλήσεις είχαν εκδοθεί και κυρίως δεν υπήρχαν παρουσιαστές να κοροϊδέψουν. Παρουσιαστής θα ήταν ο ίδιος ο συγγραφέας, όλα δηλ ταπεινά και εν σιγή. 

Οὐδὲν κακὸν ἀμιγὲς καλοῦ «Σ’ ευχαριστώ καρκίνε», λέει ο συγγραφέας και στον τίτλο πυκνώνεται όλο το βιβλίο ή έτσι πρέπει να γίνεται. Πόσες φορές από παιδιά δεν ακούσαμε ή δεν ήρθε στο νου μας το οὐδὲν κακὸν ἀμιγὲς καλοῦ. Και κατά την παρουσίαση του βιβλίου ήταν όλη την ώρα εκεί παρόν, αλλά και μετά και σήμερα. 

Πολύ παράξενή, τολμηρή κουβέντα, ακραία. Το «οὐδέν» σκοτώνει. Δεν αφήνει απ’ έξω τίποτα. Νά ’λεγε τουλάχιστον συνήθως ή κάτι τέτοιο; Να άφηνε, βρε αδερφέ, ένα περιθώριο, μια εξαίρεση. Ας έλεγε κάποτε. Αλλά «οὐδέν» (οὐδέ – ἕν); Και το οὐδέ - ἕν έχει μέσα του την άρνηση αποκλείοντας ακόμη και το ένα. Λέμε: Είναι κανείς εδώ; Δηλαδή έστω εἷς. Αν όμως θέλουμε να αποκλείσουμε και τον έναν βάζουμε μπροστά την άρνηση δεν, ούτε κλπ. Π.χ δεν είναι κανείς.   

Ύστερα δεν λέει κανένα δικό μου (ἐμόν) κακό ότι αυτό περιέχει και καλό, αλλά σκέτο ουδέν. Έτσι πάντα με προβλημάτιζε για την τόλμη του. Οὐδέν, και για να ειπεί ο αρχαίος οὐδὲν, το είχε ψάξει πολύ. Και για να το δώκω με παραδείγματα. Οι μεγάλες φράσεις άλλωστε δεν κατανοούνται παρά μόνο με παραδείγματα. Αν χάσω τα μάτια μου και τα δύο τί καλό περιέχεται σ’ αυτό; Ή έγινε σεισμός ισοπεδώθηκε η περιοχή ολόκληρη και το σπίτι μας μαζί, σκοτώθηκε η γυναίκα και το παιδί και λέμε πως αυτό το τόσο μεγάλο κακό έχει μέσα του και καλό; Ή είσαι εντελώς μόνος στη ζωή. Γέροντας, μόνος, φτωχός και άρρωστος. Και τα τέσσερα μαζί δηλαδή η απόλυτη τραγωδία. Δεν έχεις ούτε γονείς ούτε γυναίκα και παιδιά ή σε έχουν εγκαταλείψει. Περιέχει αυτό κάτι καλό; Ή σου ανακοινώνει ο γιατρός ότι έχεις καρκίνο, κάνεις και αιμοκαθάρσεις και χημειοθεραπεία σκληρή και έχεις ένα μήνα ζωή. Τί καλό υπάρχει και σ’ αυτό; Και πλείστα όσα άλλα και περισσότερο ακραία παραδείγματα.
  {

Το αντίθετό του «οὐδὲν καλὸν ἀμιγὲς κακοῦ» είναι κάπως προσιτό. Δηλαδή όσο καλό να υπάρχει, να ξεχειλίζει, δεν μπορεί παρά να έχει και κάποιο μειονέκτημα, ένα κουσουράκι, ένα ελαττωματάκι, μια ατέλεια. Και ο άγιος, δεν μπορεί, θά ’χει μέσα του και μια νουρίτσα διάβολο. Έτσι για να γίνεται και η σύγκριση αλλιώς τί άγιος θα ήταν.

Αυτό δηλαδή είναι ευκολότερο και περισσότερο κατανοητό. Ύστερα τί είναι; Τέσσερες λέξεις όλες κι όλες κι αυτές απλές. Κακό, καλό, ουδέν, αμιγές. Και εκεί που σκας είναι ότι ενώ φαίνονται τόσο απλές και προσιτές σε καθηλώνουν. «Οὐδὲν κακὸν ἀμιγὲς καλοῦ». Βγαίνουν μπροστά και σε εμποδίζουν, υψώνουν τείχος απροσπέλαστο.}

Πρέπει και εμείς λοιπόν να προσέξουμε πολύ, και μόνο σε δεδομένη στιγμή και με κάποιο τυχαίο γεγονός κι εκεί που δεν περιμένουμε, όπως μας συμβαίνει καμμιά φορά, μπορούμε να δούμε το βάθος του, να εξηγήσουμε το ανεξήγητο. Κι αυτό συνέβη (συμβάν, μεγάλη λέξη το συμβάν. Βαίνει, βαδίζει μαζί με κάτι άλλο. Περπατάει μαζί μου το συμβάν. Και ποιό είν’ αυτό που περπατεί με ’μένα, με τον καθένα μας; Η τύχη, η μοίρα. Η μόνη ιδιοκτησία καθενός μας είναι η μοίρα. Αυτή περπατάει (βαίνει) μαζί μας (συν). Κι εμείς ανυποψίαστοι ότι μας ακολουθεί). Αυτό συνέβη λέω, με το βιβλίο του Δημήτρη Αλειφερόπουλου «Σ’ ευχαριστώ καρκίνε». Και λάβετε το παράδειγμα του γιατρού που ανακοινώνει ότι έχουμε καρκίνο κι ένα μήνα ζωή. Και με λόγια όλα λέγονται. Για να είσαι όμως μέσα στη φωτιά; Εκεί να σε ιδώ παλληκαρά μου. Θυμηθείτε και τους υπέροχους στίχους του Κορνάρου. (Τα λόγια των ποιητών δεν είναι για να σκοτώνουμε τον καιρό μας, χαράζουν δρόμους).

Παιγνίδι μας εφαίνεται να ιδούμε φουσκωμένη
από μακρά τη θάλασσα κι άγρια και θυμωμένη
με κύματ’ άσπρα και θολά μπριγιά ’νεκατωμένα
και τα χαράκια όντε χτυπούν κι αφρίζουν ένα ένα
……………………………………………………………..
Μα ’κείνοι που στα κύματα είναι και κινδυνεύγουν
και να γλυτώσουν απ’ τη σκληριά παλεύγουν και γυρεύγουν
αυτοί κατέχουσι να ειπούν κι απόκριση να δώσουν
ίντα ’ναι ο φόβος του γιαλού αν είναι και γλυτώσουν.

Και ο Δημήτρης Αλειφερόπουλος ο ίδιος ο ήρωας, ο Οδυσσέας του βιβλίου είναι «παθούμενος». Έτσι μου είπε πριν χρόνια ένας σοφός γέροντας. «Εγώ, παιδί μου, είμαι παθούμενος». Όχι παθών, παθούμενος, παθητική μετοχή χρησιμοποίησε και με τρέλανε. Αυτά που έλεγε τα είχε ζήσει ο ίδιος. Και: Δεν κρούει ο λόγος δυνατά ως κρούει το κοντάρι.

Έτσι κι εδώ. Κεντρικό πρόσωπο ο ίδιος ο συγγραφέας που έζησε ό,τι γράφει και τολμάει. Και η ιατρική που τόσο αγάπησε και υπηρέτησε να στέκεται αδύναμη να τον βοηθήσει.

Μυθιστόρημα χαρακτηρίζει το βιβλίο. Μα όχι, δεν είναι μυθιστόρημα με την έννοια που έχουμε συνηθίσει. Είναι κάτι πολύ πάνω και πέρα από το μυθιστόρημα. Είναι φιλοσοφία και μέγα μάθημα ζωής με παράδειγμα τον ίδιο. Βιβλίο που σε κρατά μακρυά από τις βλακείες των ανθρώπων, που αναπνέεις μ’ αυτό καθαρόν αέρα μέσα στη μπόχα και την αποφορά της εποχής μας. Είναι ακόμα βιβλίο χαμένων αξιών, μεγαλοπρεπούς γλώσσας αναντικατάστατης, μέγα μάθημα για τη ζωή που δίδει ολοκληρωμένη απάντηση στο  «οὐδὲν κακὸν ἀμιγὲς καλοῦ».
                                       
Δεν χόρταινες την παρουσίαση του βιβλίου από τον συγγραφέα του την 20.11.21. Μείγμα η ζωή, μας είπε, καλών και κακών. Είναι κι αυτό το μείγνυμι που φωτίζει. Μόνο του δεν υπάρχει το καλό ούτε μόνο του το κακό. Δεν απομονώνεται το ένα από το άλλο. Χημική διάσπαση δεν γίνεται εδώ, και η ζωή κι ο θάνατος είναι μαζί ένα πράγμα. Η ύπαρξη η ίδια είναι ζωή και θάνατος, εμπεριέχει και τα δύο η ύπαρξη κι αυτό είναι το μέγα μάθημα που δίδει ο Αλειφερόπουλος. Και αν σου τύχει κάτι πολύ κακό θα πολεμήσεις, θα πιστέψεις, θα αγωνιστείς. Κάποιος θα σου ειπεί έναν καλόν λόγον να σε στηρίξει. Θα γίνεις πιο ταπεινός, θα έρθεις στα μέτρα του ανθρώπου. Πριν απέλθεις θα αποφασίσεις να δώσεις το περίσσευμα της ψυχής, το βιβλίο «Σ’ ευχαριστώ καρκίνε». Και είναι τούτο καλό μέσα στο κακό.   

Μια ανθρώπινη βαθειά φιλοσοφία η παρουσίαση δοσμένη από τον συγγραφέα με τρόπο κατανοητό σαν τους μύθους του Σωκράτη (του σπηλαίου, του τεττίγων, του Θευθ και του Θαμούζ) και σαν τις παραβολές του Ιησού Χριστού, που αν μπορούσες να νοιώσεις και να αποδεχτείς, βγάνεις πιο καλά πέρα τη ζωή. Άλλωστε «φιλοσοφία είναι η τέχνη του να ζεις», έλεγαν οι Λατίνοι. Όχι θεωρίες και κατασκευάσματα γραφείων. Και αν δεις το βάθος, αν καταφέρεις να βρεις το καλό μέσα στην τραγωδία, αρχίσεις και ψάχνεις, όλες αυτές οι σκέψεις θα αποδειχθεί ότι υπάρχουν και προ παντός βοηθάνε, λυτρώνουν. Ακόμα κι αν δεν μπορείς να τα βρεις δεν σημαίνει πως δεν υπάρχουν και καλά πράγματα.

Τυχεροί όσοι ήσαν στην παρουσίαση να βλέπουν και να ακούν τον συγγραφέα να απλώνει τη στέρεη σκέψη του και η ψυχή του να χάνεται αγναντεύοντας μακρυά σε άλλους ορίζοντες εκεί που ο ίδιος είχε πάει και τώρα μας «ξεναγούσε» δείχνοντας τα μυστήρια. Ένα μεγάλο μάθημα να βλέπουμε να μη μπορεί «να χαλινέψει τα δάκρυά του», όπως ο ίδιος γράφει (σελ. 212). Και αυτό το χαλινέψει και πλήθος άλλα με τρελαίνουν. Διότι το αληθινό δάκρυ, εκείνο που δεν μπορείς να χαλινέψεις είναι η αγνότερη, η αγιότερη και ιερότερη μορφή εκδηλώσεων πάνω στη γη. Από το δάκρυ άλλωστε βγήκαν όλα τα αληθινά. Το έχεις παρέα το δάκρυ. Έχει τη δύναμη να σε λυτρώνει… Στον Όμηρο όλοι οι ήρωες κλαίνε.

Και αν έχεις μια πολλή ευαίσθητη ψυχή, φέρνεις και τη σφραγίδα της δωρεάς που σημαίνει έχεις και ταλέντο, που ο Αλειφερόπουλος το είχε πάντα, όλα αυτά τα πραγματικά ωραία και προπαντός διδακτικά – σε οδηγεί λέω η ίδια η ευαίσθητη ψυχή σου – τα κρατάς μέσα στο λόγο του ανθρώπου. Τα κάνεις ποίηση, λογοτεχνία, διδασκαλία που θα φέρουν και άλλους στα μέτρα του ανθρώπου, ώστε φτάνεις να ευχαριστείς τον καρκίνο. Τίτλος που δεν γίνεται άνθρωπος νοήμων να μην προσέξει. Που σου καρφώνει την καρδιά αυτός ο τίτλος.

Και ας μην πει κανείς ποτέ «εμένα δεν θα με επισκεφτεί ο καρκίνος». Ότι έχει δύναμη, εξουσία, υγεία, πλούτο, ακολουθεί τους κανόνες υγιεινής. Γιατί το ασεβέστερο ρήμα είναι το ρήμα «έχω». Είναι εξωφρενικό να λέμε πως έχουμε κάτι απ’ αυτά. Και ο Έκτορας φορούσε την πανοπλία του Αχιλλέα αφού είχε σκοτώσει τον Πάτροκλο και καμάρωνε για τη δύναμή του. Και ο Δίας από ψηλά, ο άρχων ανθρώπων και θεών, σαν τον είδε – Όμηρος κρούει – είπε: «Αχ, άμοιρε, φοράς την πανοπλία ενός γενναίου άντρα και καμαρώνεις, και ούτε που φαντάζεσαι ότι και σένα ο θάνατος σε περιτριγυρίζει». Μεγάλα μαθήματα, μεγάλες κουβέντες! Και εδώ μιλάει όχι οποιοσδήποτε Θεός αλλά ο Θεός των Θεών με το στόμα του Ποιητή των Ποιητών. Και φανταστείτε τί κότσια πρέπει να έχει ο άνθρωπος, αφού άνθρωπος είν’ αυτός που τά ’γραψε δηλ ο ποιητής, για να μιλήσει σαν Θεός. (Καταλυτικός ο Όμηρος και η γλώσσα του σκληρή. Και ’κείνα τα μόρια που συχνά χρησιμοποιεί ου, μεν, γαρ, τι, που, εστί και ακούγονται σαν να πελεκάει πέτρες βγάζουν αγάλματα). Ας μην ειπεί λοιπόν κανείς ποτέ ότι αυτός είναι άτρωτος, ότι δεν τον αφορά ο καρκίνος ή άλλη συμφορά, διότι κανείς δεν ξέρει «τὶ τέξεται ἡ ἐπιοῦσα», «ὅλα ἀπὸ τριχὸς ἠέρτηνται» και «όλοι είμαστε σχεδιασμένοι πάνω σε τρεχούμενο νερό», είχα διαβάσει κάποτε, και δυνάμει καρκινοπαθείς.

Από τον πόνο έβγαζε φως ο Αλειφερόπουλος. Το μάτι του μεγάλο, απέραντο, κυκλικό είχε τη σπάνια δύναμη να διεισδύει στα μεγάλα βάθη της ψυχής. Έδιδε διάσταση στο μυστικό πυρετό της εποχής μας, όλων των εποχών και μας βεβαίωνε πως ο άνθρωπος είναι συνταξιδιώτης του Θεού. Πρέπει να καμαρώνει όχι γιατί έχει κάτι αλλά γιατί αντέχει και έφθανε στο σημείο να ευχαριστεί τον καρκίνο. Και αν απ’ τον πόνο βγάζεις φως δηλαδή έχεις συνείδηση της εγκόσμιας ματαιότητας και αστάθειας, είσαι ταπεινός δίχως ίχνος έπαρσης τότε πια είσαι άνθρωπος αληθινός στον εξαίσιο και βασανιστικό κόσμο μας.

Το σκοτεινό τράνταγμα του θανάτου που ένοιωσε, στα δόντια του κυριολεκτικά και αποτύπωσε στο βιβλίο, το μετέφερε ατόφιο στο ακροατήριο κι αυτό αποδεικνύει και το μέγα μέγεθος του λογοτέχνη - ποιητή. Διότι ο Αλειφερόπουλος δεν έγινε λογοτέχνης τώρα που εμφανίστηκε με το βιβλίο. Ήταν λογοτέχνης και φιλόσοφος, ιατρολογοτέχνης και ιατροφιλόσοφος. 

Πήρα πολλά μαθήματα κατά την παρουσίαση του βιβλίου από τον συγγραφέα. Και όταν είσαι γέροντας όλα και τα καλά και τα κακά είναι μαθήματα. Όλα συνωστίζονται σ’ αυτή την ηλικία. Ποτέ παρουσίαση δεν μίλησε έτσι δυνατά ώστε η καρδιά βαθειά μέσα φώναζε: Θεέ μου, τί είναι αυτά που ακούς; και πιστεύω – φαινόταν άλλωστε – το ίδιο συνέβαινε σε όλους όσους είχαν την τύχη να είναι εκεί παρόντες. 

Από το ίδιο βράδυ άρχισα να διαβάζω το βιβλίο. Την άλλη μέρα το τελείωσα. Δεν θα πω τίποτα γι’ αυτό. Μπορεί στο μέλλον, αν ο Θεός και η Μοίρα το θελήσουν. Εδώ τώρα θα επαναλάβω μόνο τον στίχο του Κορνάρου από τον Ερωτόκριτο:

Εκείνο όπου γύρευγα κι ουδ’ ηύρισκα ποτέ μου
αιφνίδια κι ανεπόλπιστα σήμερον ήλαχέ μου.
Και από τότε ως τώρα δεν ησυχάζω.

Υστερολόγιο: Παρούσα και η υπέροχη Κυρία Μαρία Αλειφέρη, που διαβάζοντας με το δικό της μοναδικό τρόπο ανάστησε τα κείμενα. Στο ίδιο μήκος κύματος με τον αγαπημένο της αδελφό και τα λίγα λόγια που είπε, επίσης από στήθους, «μύρον ἐκκενωθέν». Σπάνια δώρα αγάπης και ευγένειας στον συγγραφέα αδελφό και σε όλους μας. Εύγε!
 
 

   
 
   
   

 
  

ΔΕΙΤΕ ΤΑ ΟΛΑ ΣΤΗΝ ΚΑΤΗΓΟΡΙΑ ΑΡΘΡΑ
Του Ανδρέα Πετρουλάκη
Το κλίκ της ημέρας
Του Ανδρέα Πετρουλάκη

Πρόσφατα Νέα

Η δική σας είδηση