Η γενιά που θα ξεχάσει τη σκλαβιά και τις θυσίες μας θα είναι η τελευταία γενιά.
Θ. Κολοκοτρώνης
Όπου βλέπετε την καταστροφή, τον θάνατο, τη ληστεία, τη βία, ξέρετε, οι Τούρκοι πέρασαν από εκεί.
Βίκτωρ Ουγκώ
Ο πόνος, τα δάκρυα, το αίμα από την τυραννία των Οθωμανών τα τετρακόσια και αλλού εξακόσια χρόνια, δεν μπορούν να περιγραφούν. Η ιστορία τόσων χρόνων με τους Τούρκους είναι ιστορία τυραννίας, πόνου, δακρύων, αιμάτων. Αν ανοίξουμε οποιοδήποτε σύγγραμμα Έλληνος ή ξένου ιστορικού, εκφράσεις όπως: «αιχμαλωτίστηκε και σουβλίστηκε», «γράφτηκε με αίμα», «ο λαός καταδιώχτηκε, υποδουλώθηκε, κατοίκησε σε ερείπια και σπηλιές, σφαγιάστηκε μέχρις ενός», «κολύμπησε στα αίματα», «πουλήθηκαν στις αγορές της Ανατολής» και πλήθος άλλες είναι από τις πλέον ήπιες, όχι μόνο στη Γενική μας Ιστορία, αλλά επεκτείνονται και στις κατά τόπους ιστορικές μελέτες. Τις βρίσκουμε στους λογοτέχνες, τους ποιητές, τους ζωγράφους και προπαντός στο Δημοτικό μας τραγούδι, που αντικαθιστά την Ιστορία όταν αυτή χάνεται ή βιάζεται. Τις βρίσκουμε στις παραδόσεις μας. Ώστε αυτοί οι σκοτεινοί χρόνοι και τα δραματικά γεγονότα που συντελέστηκαν από τη μια κι από την άλλη τα αιώνια επιτεύγματα της Φυλής να συνιστούν τους δύο όρους της ύπαρξής μας.
Και όμως, ενώ αυτά τα τραγικά, που όπως γράφει ο Κωνσταντίνος Τσάτσος «έπρεπε να μη λησμονούνται ποτέ απ’ όσους γνωρίζουν ότι το γνῶθι σαὐτόν δεν αποτελεί μόνο των ανθρώπων το πρώτο χρέος αλλά και των Εθνών» εμείς τα αποδιώχνουμε και λωτοφάγοι πάντα τα ξεχνάμε.
Τί έκανε το υποτίθεται οργανωμένο Ελληνικό Κράτος όλα αυτά τα χρόνια ή κάνει και σήμερα για να μην ξεχαστούν ποτέ, και όλο το είναι μας, η παιδεία μας, η Ιστορία μας, η συμπεριφορά μας καθόλου ως Ελλήνων, η ύπαρξή μας η ίδια, να είναι στοιχιμένη και ζυγισμένη πάνω σ’ αυτό; Και να είναι τούτο διαχρονικά το πρώτο χρέος της Πολιτείας όχι για να εκδικηθούμε, αλλά να μην υποχρεωθούμε να τα ξαναζήσουμε και να φροντίσουμε να είμαστε δυνατοί;
Όχι μόνο δεν έπραξε απολύτως τίποτα, όχι μόνο τα ξεχάσαμε, αλλά φροντίσαμε κυριολεκτικά να τα θάψουμε. Θάψαμε εκείνα που δεν έπρεπε να ξεχνάμε ποτέ. Και στα σχολικά βιβλία των παιδιών που διαμορφώνουν την ψυχοσύνθεσή τους δεν υπάρχει τίποτα το αληθινά εθνικό. Και όσα ζουν ακόμη, λέμε πως δεν συνέβησαν. Υπεύθυνοι ταγοί κατά καιρούς προσπαθούν να μας πείσουν πως τα 400 χρόνια της δουλείας ζούσαμε αρμονικά με τους Τούρκους και το 1821 ξεσηκώθηκαν κάτι περιθωριακοί και χαλάσανε την αρμονία του κόσμου. Δεν υπήρξε Κρυφό Σχολειό, χορός του Ζαλόγγου, στη Σμύρνη έγινε ένα στρίμωγμα στην παραλία, δεν υπήρξε γενοκτονία των Ποντίων κλπ κλπ και για εβδομήντα (70) χρόνια δεχόμαστε παθητικά την ελληνοτουρκική φιλία.
Και, αντί να φροντίσουμε να είμαστε δυνατοί, εμείς με νόμους μειώνουμε τη στρατιωτική θητεία στους εννέα (9) μήνες (ουσιαστικά την έχουμε καταργήσει), κλείνουμε την πολεμική μας βιομηχανία, τις ναυτικές Σχολές, τα ναυπηγεία μας και δεν ναυπηγούμε πια μήτε ψαρόβαρκα, το σύνθημα που κυριαρχούσε για τους εφοπλιστές και τους επιχειρηματίες ήταν και είναι πως «πίνουν το αίμα του λαού», η ιαχή «κανόνια ή βούτυρο» ακόμα είναι στ’ αυτιά μας, ενώ παράλληλα ψηφίζαμε νόμους για τους αντιρρησίες συνείδησης, στους οποίους δίδουμε και «μπόνους» για διορισμό τους στο Δημόσιο, νόμους για γάμους ομοφιλοφύλων με δυνατότητα υιοθεσίας παιδιών, να ορίζει καθένας το φύλο του από τα 15, να καταργηθούν τα Σύμβολα (προσευχή στα Σχολεία, το Θρήσκευμα από τα Δημόσια έγγραφα και αλλού, ο Σταυρός από τη Σημαία και τόσα άλλα) με μπροστάρηδες τους πολιτικούς μας ταγούς που έχουν τη δύναμη να νομοθετούν και να τοποθετούν το βέλος που δείχνει κατά πού πάει ο δρόμος.
Και όλα αυτά τα 45 τουλάχιστον τελευταία χρόνια κυριάρχησε η κομματοκρατία. Αντί άλλων παραδειγμάτων σκεφθείτε μόνον πως όταν ο κ. Σαμαράς σχημάτισε κυβέρνηση με τον περιβόητον κ. Βενιζέλον και το ξεφτίδι της αριστεράς κ. Κουβέλην, η πρώτη τους δουλειά – όρος για τη λεγόμενη συνεργασία – ήταν να μοιράσουν τις Δημόσιες θέσεις με το σύστημα 3-2-1. Και αυτό ήταν το κριτήριο και η βάση πάνω στην οποία στηρίχτηκε η συνεργασία τους και δεν βρήκαν κάτι άλλο πχ την Πατρίδα να τους ενώσει. «Η Ελλάδα χανότανε και οι αρχόντοι γ… » γράφει ο σαρανταπληγιασμένος Μακρυγιάννης. Και το κριτήριο που κάναμε εξοπλισμούς δεν ήταν οι ανάγκες της πατρίδος σε όπλα αλλά τί μίζα έχουν οι υπουργοί και οι παρατρεχάμενοι. Και δύο (2) υπουργοί αμύνης κι ένας γενικός γραμματέας με αρμοδιότητες επί των εξοπλισμών ανώτερες των υπουργών φυλακή, με κάτι απολειφάδια νόμων, αφού τα μεγάλα εγκλήματά τους φρόντισαν εκ των προτέρων να τα παραγράψουν με νόμο όνειδος, που τον λένε «περί ευθύνης υπουργών».
Και μέσα σ’ αυτή την ελληνική παράνοια δεν υπάρχει ημέρα που ο γείτονας να μην απειλεί, να μην βρυχάται μήνες, χρόνια τώρα, πως θα μας εξαφανίσει. Να μην παραβιάζει τα θαλάσσια σύνορά μας (και αρχηγός ελληνικού κόμματος, διατελέσας και πρωθυπουργός επί 4 ½ χρόνια να βροντοφωνάζει «δεν υπάρχουν θαλάσσια σύνορα»), τον εναέριο χώρο δικό μας και της Κύπρου και να μιλεί για δικαιώματα που έχει σε στεριά, θάλασσα και αέρα. Και αν τολμήσουμε να επεκτείνουμε τα χωρικά μας ύδατα στα 12 ναυτικά μίλια, όπως το Διεθνές Δίκαιο και οι άλλες Διεθνείς Συνθήκες προβλέπουν, θα μας κηρύξει τον πόλεμο. Θα είναι τούτο casus belli (αιτία πολέμου).
Τον βλέπουμε, όπως και στο παρελθόν αφάνιζε ολόκληρους λαούς (Αρμενίους, Ποντίους, Μικρασιάτες, Θράκες) τώρα επεκτείνεται αφανίζοντας από ολόκληρα γεωγραφικά διαμερίσματα Κούρδους, Σύρους, Ιρακινούς και μιλάει πλέον για «γαλάζια πατρίδα», ονειρευόμενος τη μεγάλη Οθωμανική αυτοκρατορία. Προεόρτια για το μεγάλο πανηγύρι που ετοιμάζει, δηλαδή αυτό που ήξερε πάντα να κάνει. Παλιά του τέχνη.
Τί ήξερε και ξέρει και έκανε πάντα μας λέει ο Εθνικός μας Ποιητής:
Και επετιούντο ανταμωνένοι
τόσοι από τη γη.
Όσοι ειν’ άδικα σφαγμένοι
από τουρκικήν οργή.
Και όχι μόνον άδικα σφαγμένοι (και είναι τούτο από αυτά που εμείς δεν πρέπει να ξεχνάμε ποτέ), αλλά και παλουκωμένοι και βιαζόμενα κορίτσια και μικρά αγόρια και γδαρμένοι γέροντες και πλήθος κρεμασμένοι απ’ τα τσιγκέλια απ’ τα γεννητικά τους όργανα.
Έγραψα παλουκωμένοι. Τί ήταν το παλούκωμα που έκαναν οι Τούρκοι και εικόνα του έχουμε απ’ τον ήρωα Αθανάσιο Διάκο, που παλούκωσε ο Ομέρ Βρυώνης κατά το πρώτο έτος της Επαναστάσεως (Απρίλιος 1821) και οι γραμματισμένοι το λένε ανασκολοπισμό, μας δίνει ένας Γάλλος περιηγητής το 1739 που το είδε και το περιέγραψε. Θαυμάστε: Ξαπλώνουν, γράφει, τον μελλοθάνατον καταγής μπρούμυτα και ο δήμιος ανοίγει το κάτω μέρος του σώματος μ’ ένα ξουράφι. Ύστερα μπήγουν στην πληγή ένα μυτερό παλούκι, χτυπώντας την άκρη με ξύλινο κόπανο. Όταν η μυτερή άκρη βγει απ’ τον δεξιό ώμο του θύματος, δένουν τα χέρια στο παλούκι και το καρφώνουν όρθιο στο χώμα.
Όμως και επειδή δεν υπήρχαν πάντοτε παλούκια σε πρώτη ζήτηση και όταν οι Τούρκοι τα χρειάζονταν – και τα χρειάζονταν συχνά – ο Κεχαγιάμπεης για παράδειγμα, όταν αποβιβάστηκε στην Καλαμάτα με 10 χιλ. στρατό, έφερνε μαζί του και 20 χιλ. παλούκια για τις ανάγκες του Μωριά. Μάλιστα τα παλούκια εκείνα του Κεχαγιάμπεη ήσαν βαμμένα κρεμεζί. {Το κρεμεζί δεν έχει σχέση με το κρεμ χρώμα αλλά ήταν έντονο κόκκινο και γινόταν από το πρινοκόκκι. Το πρινοκόκκι είναι ένα παράσιτο σε σχήμα και μέγεθος κόκκου φακής, κόκκινου χρώματος, που βγαίνει στους νεαρούς βλαστούς και στα φύλλα του πρίνου (πουρναριού). Το μάζευαν άνοιξη και καλοκαίρι και το χρησιμοποιούσαν ως βαφική ύλη. Το κόκκινο χρώμα από πρινοκόκκι είναι ζωηρότατο και ανεξίτηλο. Και το βάψιμο του παλουκιού στη μια άκρη είχε το σκοπό του. Το έκαναν οι Τούρκοι για να προκαλούν τρόμο στα θύματά τους και στον πληθυσμό. Και όπως το ματωμένο σπαθί που στάζει αίμα προκαλεί ακόμα περισσότερο τρόμο, έτσι και το κρεμεζί παλούκι.}
Από τα 20 χιλ. παλούκια του Κεχαγιάμπεη αποδεδειγμένα χρησιμοποιήθηκαν πάνω από 800. Ακόμα ολόκληρη συνοικία στην Αθήνα η σημερινή Αμφιθέα, ονομαζόταν Παλουκόρραχη. Και είναι κι αυτό από εκείνα που δεν πρέπει να ξεχνάμε. Και τούτο διότι το 1458, πέντε χρόνια μετά την άλωση της Πόλης, ο Μωάμεθ παλούκωσε εκεί τους δέκα (10) προύχοντες από τον Άγιο Σώστη.
Το θέαμα όμως να βλέπεις μόνο παλουκωμένους ήταν μονότονο. Γι’ αυτό έβλεπες πολλούς δίχως αυτιά, μύτες, χέρια, πόδια, βγαλμένα μάτια. Και στα κομμένα μέλη οι Τούρκοι έβαζαν αλάτι και τα έδιναν τροφή στους ακρωτηριασμένους. Τέτοιος πολιτισμός !
Είπα παραπάνω για τους κρεμασμένους απ’ τα τσιγκέλια που κάρφωναν απ’ τα γεννητικά τους όργανα. Μετά απ’ αυτό άναβαν κάτω από τον κρεμασμένον – αναθεματισμένον φωτιά, ώστε να καψαλιστεί το ανυπότακτο κεφάλι του, που βαρύτερο όπως ήταν, έγερνε προς τα κάτω. (Σκηνές έχουν αθανατιστεί σε γκραβούρες της εποχής). Κατόπιν τον ξεκρέμαγαν και τον ξάπλωναν καταγής σκεπάζοντάς τον με μια πλατειά σανίδα ή ξύλινη πόρτα και άρχιζαν να πηδάνε πάνω του μέχρι να σπάσουν τα κόκκαλα του κορμού και των άκρων. Τέλος τον χτίζανε αφήνοντας έξω το κεφάλι του για να του δίνουν φαΐ να αντέξει και να κάνει μέρες να ξεψυχίσει.
Τώρα αν σ’ αυτά τα ελάχιστα προσθέσετε τα βιαζόμενα κορίτσια και μικρά αγόρια, τους γδαρμένους γέροντες και τους κρεμασμένους, εκείνους με τις κομμένες γλώσσες, ότι έμπαιναν στα σπίτια και οι φωνές των γυναικών έσκιζαν τον ουρανό, έναν ουρανό σκοτεινόν από τους καπνούς των καιομένων σπιτιών, τον θρήνο αυτών που σπαρταρούσαν κάτω από το γιαταγάνι των λυσσασμένων εφίππων, που όποιον έπιαναν του έδεναν το ένα πόδι στο ένα άλογο και τ’ άλλο σε άλλο άλογο και χτυπώντας τα έσκιζαν τον άμοιρο στα δύο, έχετε ακόμη μια εικόνα από εκείνες που συνθέτουν την Τουρκική βαρβαρότητα.
Και πλήθος οι περιπτώσεις προθανατίων και μεταθανατίων ατιμώσεων Ελλήνων εκ μέρους των Τούρκων, πέραν εκείνης του Πατριάρχου Γρηγορίου του Ε’ και άλλων ιερωμένων και μη. Και καλά οι προθανάτιες, οι μεταθανάτιες όμως ατιμώσεις τί νόημα είχαν; Και όμως για τους Τούρκους είχαν. Ενδεικτικά αναφέρω εδώ περίπτωση που μνημονεύει ο ιστοριοδίφης Κωνσταντίνος Σάθας που γράφει: «Ο αρματωλός των μέσων του 18ου αιώνος Μήτρος Βλαχοθανάσης (Βουνιχώρα Φωκίδος), το κεφάλι του, αφού οι Τούρκοι το περιέφεραν πλήρεις χαράς, το παρέδωσαν επί αδρά αμοιβή εις τον μπέην των Σαλώνων (Άμφισσα) απ’ τον οποίον υπέστη η κεφαλή την τελευταίαν καταφρόνησιν κρεμασθείσα άνω κοπρώνος.» (Κωνσταντίνος Σάθας. Χρονικόν ανέκδοτον Γαλαξειδίου ή Ιστορία Αμφίσσης-Ναυπάκτου Αθήναι 1865 σελ.171). Η θηριωδία στο μεγαλείο της.
Επίσης τον Δασκαλογιάννη που ήθελε ελεύθερη την Κρήτη, αφού τον γδάρανε ζωντανό του βάλανε μπροστά του έναν καθρέφτη. Και πολλά άλλα ακόμα τα χρόνια της σκλαβιάς που δεν τα βάνει ανθρώπου νους. Και αν ήθελε κανείς να τα συγκεντρώσει φτιάχνει ολόκληρους τόμους, την Ιστορία της Οθωμανικής αυτοκρατορίας.
Θα κλείσω την συντομοτάτη αυτή αναφορά με τους φόρους που πλήρωναν οι ραγιάδες στους Τούρκους και ήσαν αυτοί οι φόροι συνολικά δεκατρείς (13). Άλλη φορά, συν Θεώ, θα ασχοληθούμε μόνο με αυτούς. Εδώ απλώς μνημονεύω ότι ένας ήταν ο λεγόμενος φόρος για την φθορά των οδόντων και ήταν κι αυτός όπως οι άλλοι επαχθής. Επεβάλετο όταν πήγαινε ο Τούρκος Αγάς σε κάποιο χωριό, και οι ραγιάδες ήσαν υποχρεωμένοι να τραπεζώσουν αυτόν και τη συνοδεία του και στο τέλος να του δώσουν ένα πουγγί με γρόσια ως φόρον για τη φθορά των δοντιών του, που λεγόταν στα τούρκικα ντις παρασύ (φορολογία των οδόντων). {Η πρώτη απογραφή μετά την απελευθέρωση των κατοίκων και των κατοικιών στην Αθήνα, αντιμετώπισε μεγάλες δυσκολίες γιατί οι Έλληνες ήσαν συνηθισμένοι να απογράφονται μόνο για φόρους, πράγμα που κρατεί ως σήμερα.}
Και βεβαίως ο πιο αιματηρός φόρος δεν ήταν άλλος από το παιδομάζωμα. Η βίαιη δηλαδή και συστηματική στρατολογία (τοσουρμέ) κατά την οποία κάθε χρόνο Τούρκοι αξιωματούχοι με αυτοκρατορικά φιρμάνια περιήρχοντο τις επαρχίες και έπαιρναν ένα ή δύο παιδιά από κάθε ελληνική οικογένεια, ακόμη και αν είχαν ένα μόνο παιδί, ηλικίας 6-10 ετών ή και μεγαλύτερα, αγόρια και κορίτσια, από τα πιο εύρωστα ωραία και ευφυή κατά προτίμηση ευγενών οικογενειών ή κληρικών. Εξαίρεση γινόταν μόνο για τα ορφανά ή τα έγγαμα. Γι’ αυτό πολλοί γονείς πάντρευαν τα παιδιά τους από τα δέκα (10) χρόνια τους ή και μικρότερα.
Ήταν τέτοια η απόγνωση των γονιών των παιδιών αυτών, ώστε οι μανάδες παρακαλούσαν το Θεό να πεθάνουν τα παιδιά παρά να τα δουν να αρπάζονται. Πολλές επίσης τύφλωναν τα κορίτσια τους από το ένα μάτι ή τα παραμόρφωναν χαράζοντας ή καίγοντας τα πρόσωπά τους για να μην τα αποχωριστούν. Φανταστείτε τί πόνο είχαν για να τυφλώνουν τα παιδιά τους, που τα κορίτσια δεν θα τα ξαναέβλεπαν ποτέ αφού οδηγούνταν στα χαρέμια. Τα αγόρια τα χώριζαν σε δύο κατηγορίες και της πρώτης εντάσσονταν στα σώματα των γεννιτσάρων και ήσαν υποχρεωμένα να ασπαστούν το μωαμεθανισμό και να μάθουν την Τουρκική γλώσσα. Και οι γονείς τους ξαναέβλεπαν τα παιδιά τους πλέον ως φοβερούς γεννιτσάρους. Τα δε αγόρια της δεύτερης κατηγορίας τα περνούσαν από τον καπί αγά (αρχηγό των λευκών ευνούχων) και έμπαιναν στην υπηρεσία των ανακτόρων.
Ως και «το φέσι που φορούσαν οι ραγιάδες ήταν χιλιοτσακισμένο απ’ τα χτυπήματα. Ήταν χαμηλότερο από το στητό και ψηλό τούρκικο για να θυμίζει ότι ο Έλληνας είναι ραγιάς και όχι αφέντης κι ότι βρίσκεται χαμηλότερα από τον Τούρκο. Γι’ αυτό η σκληρή και ατσάκιστη αυτή περικεφαλαία είν’ αυτή που φορούσε ο Μιλτιάδης στον Μαραθώνα κι ο Λεωνίδας στις Θερμοπύλες. Δεν τσακίζει κι όποιος επιχειρήσει να τη χτυπήσει το χέρι του χαλά! Η επανάστασή μας έχει σαν τελικό σκοπό να βγάλει απ’ την ψυχή του Έλληνα τον δούλο ραγιά και να τον ξανακάνει άνθρωπο Έλληνα.» (Ο Κολοκοτρώνης στον Γερμανό περιηγητή Γκερμπένιτς που ρωτούσε να μάθει γιατί φορά περικεφαλαία και όχι φέσι όπως οι άλλοι αγωνιστές. Δημήτρη Λαζογιώργου-Ελληνικού ο θάνατος του γέρου του Μωριά – τέσσερα ανέκδοτα κείμενα – εκδόσεις Πελασγός σελ. 27 ).
Αργότερα έχουμε τα «έξυπνα» και πολύ «αποτελεσματικά» μέτρα που εφάρμοζαν οι Τούρκοι για τον αφανισμό των Ποντίων. Εδώ δεν θα πω τίποτα ούτε για τα «δικαστήρια της ανεξαρτησίας», που ήσαν έκτακτα στρατοδικεία και οδηγούντο οι Έλληνες του Πόντου (πρόκριτοι, ιερείς, έμποροι κα) κατά δεκάδες σε ομαδικές, δήθεν δίκες, με την κατηγορία της εσχάτης προδοσίας και ποινή θάνατος δίχως απολογία ή υπεράσπιση. Ούτε για τις «πορείες θανάτου», τα «τάγματα εργασίας» κτλ. Αρκεί να διαβάσει κανείς έστω το μικρό ημερολόγιο τσέπης της Ιεράς Μητροπόλεώς μας του 2020, αφιερωμένο στη γενοκτονία του Ποντιακού Ελληνισμού για να ανατριχιάσει. Αλήθεια πόσοι το διαβάσαμε και το ενστερνιστήκαμε; Φοβούμαι ελάχιστοι.
Εχθρευόμαστε θαρρείς εμείς οι Έλληνες να θυμόμαστε. Λωτοφάγοι ξεχάσαμε ως και τους 1117 αγνοουμένους της Κυπριακής εισβολής, που όπως δήλωνε το απύλωτο στόμα του Ντενκτάς «μην τους ψάχνετε· είναι όλοι τους νεκροί». Συμπεριφερόμαστε σα να είμαστε όχι απλώς αμνήμονες αλλά αντιμνήμονες. Και τη μνήμη, επιστάτισσα της ζωής, που μαζί με την Ιστορία και την Παράδοση αποτελούν τα δυναμάρια του Έθνους την αποδιώχνουμε, στο όνομα κάποιας δήθεν ελληνοτουρκικής φιλίας. Εκεί ακριβώς που δεν έπρεπε να ξεχνάμε ποτέ. Δεν μάθαμε ότι η λήθη είναι ό,τι χειρότερο. Τί λέει η Εκκλησία μας; «συγγνώμην και άφεσιν αμαρτιών». Πώς το ξεχάσαμε κι αυτό; Πότε ο Τούρκος ζήτησε συγνώμη για τις θηριωδίες του; Και μήπως, αφού η γενιά μας ξέχασε τη σκλαβιά και τις θυσίες του Έθνους, όπως λέει ο Κολοκοτρώνης, θα είναι η τελευταία;




