Γράφει ο Αθ. Στρίκος
Σκέψασθε ἒν οἵῳ εἴδει ἑκάτεροι ἡμῶν τοῦτο ἔπραξαν (Σκεφθείτε κάτω από ποιες ιδιαίτερες καταστάσεις ο ένας και ο άλλος κάνουν τούτο ή εκείνο. Θουκυδίδης Βιβλίον Γ΄).
«Σοβαροί ιστορικοί υποστηρίζουν ότι κρυφό σχολειό δεν υπήρξε π ο τ έ, είναι ένας ακόμη μ ύ θ ο ς απ’ τους πολλούς…», εγράφη από τον συνεργάτη σας στο φύλλο της 11.1.24, εξ αφορμής του πίνακα του Νικολάου Γύζη (Λακ. Τύπος 4.1.24).
Σοβαροί ιστορικοί λοιπόν υποστηρίζουν ότι κρυφό σχολειό δεν υπήρξε ποτέ, ότι «οι Τούρκοι δεν απαγόρευαν τη λειτουργία σχολείων, ότι βρισκόμαστε μπροστά σε έναν ακόμη μύθο από τους πολλούς που πλάστηκαν για να ενισχυθεί το κύρος της εκκλησίας», μερικοί από τους πολλούς που δεν αναφέρονται ως προφανείς και μας έχουν κατά κόρον τονίσει οι «σοβαροί ιστορικοί», είναι, πλην του κρυφού σχολειού (ενδεικτικά μόνον) ότι ο πατριάρχης Γρηγόριος ο Ε΄ ήταν προδότης αφού αφόρισε την Επανάσταση, χορός του Ζαλόγγου δεν υπήρξε, ότι στη Σμύρνη το ΄22 είχαμε συνωστισμό, ο Μ. Αλέξανδρος ήταν ομοφυλόφιλος και σφαγέας των λαών, η Εκκλησία σκοταδισμός, παραμύθια η Πίστη, το Έθνος, η Πατρίδα, η Επανάσταση του ‘21 ταξική, τα αρχαία ελληνικά νεκρά κλπ, κλπ και τί καλοί που ήσαν οι Τούρκοι, αφού δεν απαγόρευαν τη λειτουργία σχολείων τότε και είναι και σήμερα, είναι το πνεύμα του κειμένου.
Όμως, για να περιοριστούμε στο Κρυφό Σχολειό χωρίς εισαγωγικά -που όταν χρησιμοποιούνται γίνεται μειωτικά, υποτιμητικά, ειρωνικά και με διάθεση αμφισβήτησης- αν υπήρξε ή όχι δεν θα το πουν σήμερα μετά από αιώνες οι «σοβαροί ιστορικοί». Το μαρτυρεί ο ανώνυμος Δημοτικός ποιητής που τον καιρό της δουλείας, όταν την ιστορία αντικαθιστούσε το Δημοτικό τραγούδι, έφτιαχνε τον ύμνο «φεγγαράκι μου λαμπρό». Και για να φτιάξει δημοτικό τραγούδι, που αληθινότεροι στίχοι πιστεύω δεν υπήρξαν ποτέ, ήταν διάχυτο στα στόματα των Ελλήνων και το αισθάνεται και σήμερα ο λαός μας ζωντανό, δεν μπορεί να έγινε χωρίς ιστορικόν πυρήνα.
Και πήγαιναν κρυφά τα παιδιά, γράφει ο άξιος των γραμμάτων, της τέχνης, της επιστήμης και της πατρίδος Φ. Βαρέλης, νύχτα στο μοναστήρι, τρέμοντας από φόβο τα δόλια για να μάθουν του Θεού τα πράματα, ασφαλώς του καλόγερου ο ειδικός στίχος, μιας και δεν λεγόμαστε τότε Έλληνες.
Και τί ζητάει το παιδί από το φεγγαράκι; Ουσιαστικά τίποτα παραπάνω από ’κείνο που το φεγγαράκι έχει και το δίνει δίχως πληρωμή και παρακάλια. Να του φέγγει. Τόσο απλά. Γιατί φοβάται το σκοτάδι, φοβάται τον αλλόγλωσσο και αλλόπιστο, φοβάται μην μπει κανένα σύννεφο μπροστά στο φεγγαράκι και χάσει το δρόμο του.
Αλήθεια, σταθήκαμε ποτέ μπροστά σ’ αυτή τη ζωγραφιά; Να γιατί είπα αληθινότεροι στίχοι στην Ιστορία δεν υπήρξαν ποτέ. Λέτε λοιπόν να έκανε λάθος ο ανώνυμος ποιητής με το Δημοτικό αυτό τραγούδι και τ’ άλλα ιστορικά που έφτιαχνε την ώρα που διαδραματίζονταν τα γεγονότα (του Διάκου, της Τριπολιτσάς, του Κιαμήλ Μπέη, του Μ. Μπότσαρη κλπ, κλπ) και να έχουν δίκιο οι «σοβαροί ιστορικοί» σήμερα; Ή να έκανε λάθος ο Νικόλαος Γύζης, ο Ιωάννης Πολέμης (Απ’ έξω μαυροφόρα απελπισιά / πικρή σκλαβιά, χειροπιαστό σκοτάδι / και μέσα στη θολόχτιστη εκκλησιά / στην εκκλησιά που παίρνει κάθε βράδυ / την όψη του σχολειού…) και τόσοι άλλοι καλλιτέχνες, όχι μόνο ζωγράφοι και ποιητές. Και η τέχνη, ως γνωστόν, είναι προβολή της ζωής που επικρατεί σ’ έναν συγκεκριμένο τόπο την συγκεκριμένη εποχή. Και ας μην ξεχνάμε ακόμη ότι αυτοί ήσαν πολύ πιο κοντά στην εποχή για την οποία μιλάμε. Λέτε λοιπόν να έχουν δίκιο αυτοί ή οι σημερινοί «σοβαροί ιστορικοί» που, το ψυχικό υπόστρωμα και ο σκοπός είναι διαφορετικά;
Αλλά, αν υπήρξε ή όχι Κρυφό Σχολειό (συγχωρείστε μου τον προσωπικό τόνο, θα δείτε γιατί), δεν θα το πουν οι σημερινοί «σοβαροί ιστορικοί», αφού το έζησα κατά κάποιον τρόπο ο ίδιος στα Δωδεκάνησα, όντας επί τριετίαν γραμματέας στο Τμήμα Ασφαλείας Ρόδου, χειριζόμενος, μεταξύ των άλλων και το ιταλικό αρχείο. Και η ίδια η ζωή τά ’φερε να γίνω μάρτυρας άλλου Κρυφού Σχολειού.
Οι στιγμές ήσαν εξόχως συγκινητικές και ένοιωθα εξαιρετικά υπερήφανος ως Έλληνας όταν παρέδιδα σε πολίτες πιστοποιητικά, ορισμένα πολυσέλιδα, στα οποία αναφερόταν η Εθνική τους δράση κατά τη διάρκεια της ιταλικής κατοχής, τα περισσότερα των οποίων αφορούσαν εκπαιδευτικούς (δασκάλους, καθηγητάς, ιερείς). Στοιχεία που προέκυπταν από το ιταλικό αρχείο που ετηρείτο στην υπηρεσία, η δε χορήγησή τους προβλεπόταν απ’ τη νομοθεσία. Και τούτο για να χρησιμοποιηθούν και τους αναγνωρισθεί ως συντάξιμος ο χρόνος που είχαν διωχθεί και παυθεί από τις ιταλικές αρχές κατοχής εξ αιτίας της δράσεώς τους. Ήτοι στοιχεία σοβαρά και αδιάσειστα, όχι σαν κάτι άλλα μαϊμούδες αργότερα με τα οποία εχορηγούντο συντάξεις «αντιστασιακών» και σε αγέννητους. Ή ακόμη και ένοχοι ειδεχθών εγκλημάτων να ανεμίζουν «αγωνιστικά» διπλώματα και να τους χορηγούνται συντάξεις.
Υγραίνονταν τα μάτια όταν στο ιταλικό αρχείο βρίσκαμε ως και καταδίκες εις θάνατον κατά Δωδεκανησίων φοιτώντων κατά τη διάρκεια της ιταλοκρατείας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών και φλεγόμενοι από πατριωτισμό δημοσίευαν επωνύμως σε Αθηναϊκές εφημερίδες άρθρα, επιστολές και άλλα κείμενα απευθυνόμενα ως και στους Προέδρους των ΗΠΑ, όπου ετονίζετο η ελληνικότητα των νησιών. Επειδή δε, όπως ανεγράφετο, οι αρθρογράφοι ήσαν ικανοί να ξεσηκώσουν τον λαόν και να τον στρέψουν κατά της Ιταλίας, εχαρακτηρίζοντο ως άκρως επικίνδυνοι και οι πράξεις τους επέσυραν την ποινήν του θανάτου.
Σε άλλες περιπτώσεις, αν διαπιστωνόταν από τις αρχές κατοχής ότι τα ελληνόπουλα - μαθητές του Δημοτικού, είχαν στα σχολικά τους σακουλάκια κάποιο βιβλίο στην ελληνική γλώσσα τούτο συνιστούσε έγκλημα και εσήμαινε την σύλληψη του δασκάλου και την επιβολή ποινής φυλακίσεως την οποία εξέτιε σε φυλακές της Ιταλίας. Μετά δε την έκτιση της ποινής επεβάλετο στον καταδικασθέντα ως παρεπομένη και η ποινή της εξορίας. Συνέπειες υπήρχαν και για τους οικείους του καταδικασθέντος.
Τώρα και προκειμένου να αποφεύγονται όλα αυτά, οι δάσκαλοι δίδασκαν στα κρυφά και με μύριες προφυλάξεις, όπως για παράδειγμα, όταν ξάνοιγε ο καιρός έβγαζαν τα παιδιά στο ύπαιθρο. Τα οδηγούσαν βουβά -φανταστείτε βουβό παιδομάνι- σε απόμερες παραλίες κάτω από απόκρημνους βράχους και εκεί πια μακριά απ’ όλους γινόταν το μάθημα με εποπτικά μέσα μόνο τον καταγάλανο ουρανό και τη θάλασσα. Εκεί, αφού τους έδειχναν τον ουρανό και τη θάλασσα, με παλλόμενη φωνή τούς έλεγαν πως αυτή είναι η Σημαία μας, η πατρίδα μας, η Ελλάδα μας και άλλα πολλά. Όπως ενδεικτικά μόνο, γιατί τί να πρωτοπείς: «Συναγμένοι κάτω από μια αιωνόβια βελανιδιά, γράφει η Μαρία Πετρούτσου, επίτιμη Διευθύντρια Παιδαγωγικής Ακαδημίας Ρόδου, ακούμε με ιερή σιγή τα λόγια του δασκάλου μας. Έπειτα τραγουδούμε τον Εθνικό Ύμνο δειλά, φοβισμένα, με συγκίνηση, πόνο, λαχτάρα… Αναθαρρεύουμε στις πρώτες στροφές, χαιρετώντας τη θεία οπτασία της Ελευθερίας, με το παντοδύναμο σπαθί στο χέρι. Βουλιάζουμε όμως γρήγορα στην πραγματικότητα και «τό ’να κτύπαε τ’ άλλο χέρι, από την απελπισιά», ξέσπασμα της ψυχής που δεν μπορεί να κτυπήσει τη μοίρα. Ισχυρή η Ιταλία, αδύνατη η πατρίδα μας και τα νησιά μας, βράχια απομονωμένα στο πέλαγος, μόνα αντικρίζουν τις τρικυμίες. Η αιωνόβια βελανιδιά μάς σκεπάζει, μας συνοδεύει με το μυστικό ψίθυρό της, φωνή από τα βάθη των αιώνων…»
Την ίδια και χειρότερη απ’ τους δασκάλους αντιμετώπιση είχαν οι ιερείς, διότι εδώ εισερχόταν και το στοιχείο της Ορθοδοξίας που έπρεπε να εξαλειφθεί ή τουλάχιστον σε πρώτο στάδιο να αμβλυνθεί. Και όταν μετά το 1937 ο διοικητής των νησιών (Ντε Βέκκι) κατήργησε οριστικά όλα τα σχολεία όλων των εθνοτήτων, τα κατηχητικά ανέλαβαν το έργο τους «και το κρυφό σχολειό ξαναζεί στους νάρθηκες των εκκλησιών με πίνακα την εικόνα των αγίων», γράφει ο Εμμ. Μπακίρης, πρ. Λυκειάρχης σε κείμενό του «η Εκκλησία της Ρόδου στα χρόνια της ιταλικής κατοχής 1912-45. Αφιέρωμα εις τον Μητροπολίτην Ρόδου κ.κ Σπυρίδωνα» σελ. 244. Αν αυτά δεν ήσαν κρυφά σχολειά ας μας πουν οι «σοβαροί ιστορικοί», που πρέπει να ξεσκονίσουν τα πτυχία τους, τί είναι το κρυφό σχολειό. Και αυτά τα ελάχιστα αρκούν. Ούτε μπορώ να ξεχάσω τούτα που ο Θεός με αξίωσε να ζήσω και τα λέω και σε σας τώρα.
Όσο για την Εκκλησία δεν είχε ούτε έχει ανάγκη «να πλάσει κρυφό σχολειό για να ενισχύσει το κύρος της», αφού η ίδια ήταν μέρος και ψυχή της Επανάστασης βγαλμένη απ’ τα κόκκαλα του Γρηγορίου του Ε΄ (ας δούμε μόνο ότι οι Τούρκοι τον κατεδίκασαν «ὡς ἀνίκανον διὰ τὴν διατήρησιν τῆς τῶν λαῶν ὑποταγῆς»), του ΠΠ Γερμανού, του Διάκου, του Παπαφλέσσα, του Θεοδώρητου, του Ανανία, του… του… του…, και του άπειρου πλήθους των κληρικών και μοναχών, που διαφύλαξαν και μας έδωσαν κληρονομιά ό,τι πιο ακριβό, τη γλώσσα σε όλη την πορεία της. Που σ’ αυτήν πάνω εμείς σήμερα ασελγούμε.
Κλείνω λέγοντας ότι την Ιστορία που γράφτηκε με αίμα δεν θα την (ξε)γράψουμε με μελάνι είπε ο Γεράσιμος Αρσένης, όταν ο ευρωπαϊκός ιμπεριαλισμός απαιτούσε αλλαγή των σχολικών βιβλίων της Ιστορίας επί υπουργίας του, ο δε υπουργός Παιδείας της Κύπρου Ουράνιος Ιωαννίδης είπεν ότι η Ιστορία ανήκει στους ζωντανούς, στους νεκρούς και στους αγέννητους και δεν μπορούμε να παραγράψουμε το δίκιο των νεκρών και των αγέννητων, χάριν των Οθωμανών και υπολοίπων κατακτητών επί του Ελληνισμού. Με λίγα λόγια την Οθωμανική ή τη Γερμανική δουλεία και κατοχή δεν μπορούμε να την ονομάσουμε συνύπαρξη των λαών.




