Τι είναι η ζωή; Προσπάθησε κανείς απ’ τους λεγόμενους μεγάλους φιλοσόφους και άλλους διανοητές να την ορίσει; Γιατί αν κάτι δεν το ορίσουμε, δεν βάλουμε όρια, δεν το περι - ορίσουμε σε πλαίσιο όπως στον πίνακα ζωγραφικής, στη φωτογραφία, αν δεν του βάλουμε κορνίζα απλώνεται στο χάος και το χάνουμε.
Τι είναι λοιπόν η ζωή; Θάλεγα πως είναι ένα μάταιο ανύπαρκτο διάλειμμα. Το σταθερό στοιχείο είναι ο θάνατος και η πάλη εναντίον του η ζωή. Ένας διαρκής αγώνας από τη στιγμή που γεννιόμαστε μέχρι που παραδινόμαστε στον τελικό νικητή, τον θάνατο. Γιατί στο τέλος πάντα αυτός νικάει. Στον αγώνα διαρκούσης της ζωής, επικρατεί συνήθως ο άνθρωπος. Στο τέλος, όμως, ο θάνατος. Πώς το λέει ο ποιητής; «Εδώ το Χάρο πολεμούν (το νοσοκομείο εννοεί) σε μαρμαρένια αλώνια / και τον νικάνε πάντοτε. / ‘Όμως νικάει κι ο Χάρος μία φορά / πάντα την τελευταία».
Αγώνας λοιπόν διαρκής, άνισος και μάταιος εναντίον του θανάτου από τη στιγμή που εμφανιζόμαστε. Όταν βγαίνει το μωρό στον κόσμο, κλαίει. Και είναι τούτο το κλάμα η πρώτη μάχη για τη ζωή. Και όλη του τη ζωή εναντίον του θανάτου παλεύει ο άνθρωπος. Όλες οι ενέργειες στρέφονται εναντίον του. Από την προσοχή μη σκοντάψει, το φαΐ που τρώει για να μην πεθάνει, οι ενέργειες για εξεύρεση τροφής, μέχρι τις προσπάθειές του για μεγάλες ανακαλύψεις και εφευρέσεις, τα πάντα στρέφονται εναντίον του θανάτου. Γιατί κάνει τα μεγάλα καλλιτεχνικά έργα; Για τον ίδιο σκοπό. Δηλαδή να επιβληθεί στον θάνατο, να τον νικήσει.
Αν τεθεί το ερώτημα γιατί ο άνθρωπος κάνει όλα όσα κάνει, από το “καλημέρα” που λέει ίσαμε τα πιο πολύπλοκα, επιστήμες, όργανα ακριβείας, συστήματα, ιδεολογίες, φιλοσοφίες, θρησκείες, κάστρα, παλάτια, πυραμίδες, μαυσωλεία, μέγαρα, ιερείς, νομοθέτες, στρατούς, σχέδια, βασιλιάδες, πρωθυπουργούς, άρχοντες, πάπες και καρδινάλιους, φορτώνοντάς τους αστέρια και μπιχλιμπίδια, παράσημα και σκήπτρα, μέχρι θεούς δήθεν αθάνατους, δήθεν φιλάνθρωπους και δίκαιους, τάχα παντοδύναμους, σαν τον εαυτό του «κατ’ εικόνα και ομοίωσιν» κι άλλα ακόμα, όσα ο καθένας σας θα βρει, καλά ή κακά, όλα λέω τα κάνει για να μπορέσει να νικήσει την αδυναμία του, την τραγωδία του, τη μοίρα του, τον θάνατο. Γιατί άλλο; (Με το θέμα είχαμε ασχοληθεί και κατά το παρελθόν Λακ. Τύπος 24 και 25/10/24).
Το σταθερό στοιχείο λοιπόν είναι αναμφισβήτητα ο θάνατος, και δεν χρειάζονται πολλά λόγια. Και φυσικά αν δεν υπήρχε, δεν θα υπήρχε ζωή. Η ζωή υπάρχει, γιατί υπάρχει ο θάνατος. Για να μην πούμε ότι ζωή σημαίνει δύο πράγματα μαζί: ύπαρξη και ανυπαρξία, ζωή και θάνατος. Κι ώσπου να γλιτώσουμε τον θάνατο, ο άνθρωπος παλεύει για να ζήσει. Και βλέπουμε αγώνες για τη ζωή, πάλη, εμβόλια και μάσκες με τους κορονοϊούς, πλύσιμο χεριών, όχι στους συνωστισμούς κ.λ.π κ.λ.π, κι όλ’ αυτά για να μην πεθάνουμε, που θα πεθάνουμε σίγουρα, αλλά να πεθάνουμε υγιείς. Τραγωδία. Συνεχής αγώνας εναντίον του θανάτου.
Πεθαίνει, το βλέπει και το ξέρει. Είναι το μόνο όν που έχει συνείδηση αυτού του γεγονότος. Είναι το μόνο σίγουρο που γνωρίζει και όμως νομίζει πως θα νικήσει τον θάνατο. Και ενώ το ξέρει, εκεί επάνω αγωνίζεται και ποτέ δεν ηρεμεί μέχρι την τελευταία του πνοή. Έχουμε ανθρώπους κατάκοιτους, ουσιαστικά πεθαμένους δύο – τρία χρόνια και περισσότερα και τους τυραννούμε χωρίς λόγο και δεν τους αφήνουμε να πεθάνουν ήσυχα, αλλά τους κρατάμε φυτά ή με ανόητα υποστηρικτικά. Με το κορδιάλο όπως λέγανε στο χωριό μου παλιά. (κορδιάλο = τονωτικό, βαυκάλισμα, απατηλές υποσχέσεις).
Και αφού πεθάνει, μάλιστα οριστικά, καθαρά ως γεγονός, ποιό είναι πιο τραγικό από τα δύο, η γέννηση ή ο θάνατος; Πότε πρέπει να κλαίμε, όταν πεθαίνουμε ή όταν γεννιόμαστε; Ερωτήματα που δεν είναι του χεριού μας και του μυαλού μας να απαντηθούν. Είναι πέρα από τις δυνάμεις μας. Και ο θάνατος είναι το αποκορύφωμα της ζωής αφού είναι το τέλος; Και τί σημαίνει τέλος; Σκοπός; Τέλειο; Ο σκοπός λοιπόν και το τέλειο είναι ο θάνατος;
Ασφαλώς και δεν ζει κανείς όταν τον έχει συνέχεια στο μυαλό του, τον οποίον πάντως πρέπει να θυμάται, να τον έχει κατά νου για να είναι άνθρωπος. Ωστόσο, έχω βρει έναν έμμεσο τρόπο να τον θυμάμαι. Θυμάμαι τους δικούς μου νεκρούς. Τους γονείς μου, τους συγγενείς, τους φίλους και όλους όσους αγάπησα και μ’ αγάπησαν. Και νομίζω πως είμαι εκεί μαζί τους. Αυτοί κι όλοι οι πρόγονοί μας ταξιδεύουν μέσα στον χρόνο. Και το να θυμάσαι τους νεκρούς σου είναι έμμεσος τρόπος να θυμάσαι τον θάνατο και να τον τιμάς αυτόν και εκείνους. Η θέα απ’ αυτό το ταξείδι είναι ακαταμάχητη και δακρύζουν τα μάτια δίχως να το θες. Το ιδανικό πάντως εμένα, δεν είναι αν θα πεθάνω, αλλά πως θα ζήσω ελεύθερα.
Και γενικά πέραν όλων αυτών που είναι περιττά, αφού τελικά ο θάνατος νικά, πιστεύω, ναι πιστεύω, ότι βγαίνει κάτι πιο βαθύ για τη μάταιη αυτή ζωή που δεν μπορούμε εμείς να κατανοήσουμε. Ούτε τη φτιάξαμε εμείς για να την κανονίζουμε, ούτε θα μάθουμε ποτέ τον σκοπό της. Όλα σταματούν όταν τίθεται το ερώτημα: ποιός ο σκοπός της ζωής; Εδώ δεν έχει απάντηση κι ας μη ρωτάμε παραπέρα. Γιατί τη ζωή δεν τη φτιάξαμε εμείς για να ξέρουμε και τον σκοπό της. Δεν είναι δικό μας έργο. (Γνωρίζουμε τον σκοπό μόνον εκείνων που εμείς φτιάχνουμε. Π.χ. του μολυβιού που γράφουμε, του χαρτιού, του τηλεφώνου, των εργαλείων, του αυτοκινήτου κ.λ.π κ.λ.π, όλων όσων εμείς κατασκευάζουμε)
Παρά ταύτα, λέω, πιστεύω ότι με το να τα ψάχνουμε, να τα ερευνούμε, βγαίνει κάτι πιο βαθύ. Αυτό το ιχνηλάτημα που κάνει ή προσπαθεί να κάνει η φιλοσοφία, ο άνθρωπος γενικά είναι μεγάλο πράγμα. Αντιθέτως η απάθεια, η αδιαφορία είναι για τον άνθρωπο ανωμαλία. Η ανθρώπινη ζωή δεν είναι τίποτα, δεν αξίζει τίποτα λέμε πολλές φορές και σωστά ίσως. Από την άλλη μεριά όμως, τίποτα δεν αξίζει όσο η ανθρώπινη ζωή. Μέγας ο στίχος του Σολωμού: «Δεν τόλπιζα ναν’ η ζωή μέγα καλό και πρώτο». Και στον Εκκλησιαστή. «Υπάρχουν μέσα στη ζωή κάτι γλυκές και όμορφες στιγμές, που καίτοι προσωρινές και εφήμερες, εν τούτοις μπορεί ο καθένας να τις ζήσει ξεχωριστά. Τόσο ξεχωριστά που μοιάζουν αθάνατες. Τη μέρα του καλού ζήσε το καλό. Τη μέρα του κακού άνοιξε τα μάτια σου» («Ἐν ἡμέρᾳ ἀγαθοσύνης ζῆθι ἐν ἀγαθῷ καὶ ἐν ἡμέρᾳ κακίας ἰδέ»). Και να ελπίζεις.
Και κάτι ακόμα: Όλη η δυσκολία στη ζωή είναι να μπορούμε να ξεχωρίσουμε τα καλά από τα κακά. Την τραγωδία από την κωμωδία. Πρέπει να βρίσκουμε τη δύναμη να απομονώνουμε τα κακά. Είμαστε τραγικοί, αλλά παρ’ όλ αυτά να τη χαιρόμαστε τη ζωή. Και θέλει δύναμη να μπορείς να ξεχωρίσεις το ένα από το άλλο. Βλέπεις το πουλάκι που πετάει, κελαηδάει και χαίρεσαι κι συ κι αυτό, όμως παντού το δόλιο αντιμετωπίζει κινδύνους. Τη γάτα μην παραμονεύει, τον αητό μην το αρπάξει. Τρώει το σποράκι και κυττάζει γύρω αλαφιασμένο. Βλέπεις τη θάλασσα γαληνεμένη, όμορφη, απέραντη, γαλάζια και τη χαίρεσαι. Κολυμπάς και χαίρεσαι. Για σκέψου όμως πόσους και πόσα καταπίνει κάθε μέρα, κάθε ώρα. Όλα και τα πιο ωραία, πιο αγνά έχουν μέσα τους και την τραγωδία. Το «οὐδέν καλόν ἀμιγές κακοῦ» είναι πολύ μεγάλη κουβέντα που πάντα με προβλημάτιζε. Χαλάλι λοιπόν ο αγώνας για τη ζωή που είναι μοναδική μέσα στην τραγωδία της.
Και ‘κείνον τον τρισμέγιστον στίχον «θανάτῳ θάνατον πατήσας» που τον ακούμε επί σαράντα μέρες μετά την Ανάσταση ποιός θα τον καταλάβει, ποιός θα τον ερμηνεύσει! Τον σκέφτομαι και τρελαίνομαι. «Θανάτῳ θάνατον πατήσας». Ευφυέστατον. Ο θάνατος είναι η νίκη κατά της ζωής. Αυτός τα νικάει όλα ακόμη και τον θάνατον. Ο μόνος που μπορεί να πολεμήσει τον θάνατο. Ο μόνος που είναι ισχυρότερος από τον ίδιον τον εαυτό του. Μία πράξη που καλύπτει τα πάντα κι όλα πια τα σκεπάζει ένα πέπλο. Και θάπρεπε να μαθαίνουμε να τον αντιμετωπίζουμε σαν μια ολοκλήρωση της ζωής. Ύστερα δεν θα είχε νόημα η ζωή αν δεν υπήρχε ο θάνατος. Λέμε «Καλημέρα» γιατί κάποτε θα τελειώσει και θα πέσει η νύχτα. Κι αλοίμονο αν μου έλεγαν πως δεν θα πεθάνω ποτέ.
Ο θάνατος λοιπόν μόνον απ’ τον θάνατον νικιέται, υπό την έννοια ότι δεν υπάρχουν πλέον αγωνίες, φόβοι, αναπάντητα ερωτήματα. Αυτός τα νικάει όλα. Και τις αρρώστιες και τους πολέμους και τους σεισμούς… υπό οποιαδήποτε έννοια.
Λίγοι μπορούν να συλλάβουν το νόημα του στίχου «θανάτῳ θάνατον πατήσας». Επαναλαμβάνω : ευφυέστατος. Μεγάλος στίχος που κανένας δεν σταμάτησε σοβαρά σ’ αυτό το σημείο. Στις μεγάλες φιλοσοφικές διεισδύσεις, στις τρομαχτικές διαταγές. Το ότι τον ακούμε για σαράντα (40) μέρες λέει πολλά. Κι αυτή είναι φράση («θανάτῳ θάνατον πατήσας») που πληροί τα πάντα. Τα πάντα λυμένα…
Τι να κάνω, παλεύω μ’ αυτά που μου δίνουν δυνάμεις να συνεχίζω.




