Διάφορα (αιρετικά και μη)

Τρίτη, 12 Αύγουστος 2025 08:04 | | E-MAIL ΕΚΤΥΠΩΣΗ
Διάφορα (αιρετικά και μη)

Γράφει ο Αθαν. Στρίκος

I.Μην πάρει το μυαλό λάθος δρόμο:
  Το γιασεμί μαράθηκε, κάηκεν απ’ τη ρίζα
  Όπου άπλωνα τα ρούχα μου πάνω του και μυρίζαν.

Τι πόνο έχει μέσα του αυτό το δίστιχο! Τι πόνους οι άνθρωποι; Στο κυριολεκτικό άπλωναν τα ρούχα τους πάνω στα κλωναράκια τού γιασεμιού να στεγνώσουν κι έπαιρναν το άρωμά του. Ούτε απορρυπαντικά τότες ούτε αρωματικά άλλα από τα γιασεμιά κι όλα φυσικά. Θυμάμαι τη μάννα μου και τις άλλες γυναίκες του χωριού παραμονές του Πάσχα, όταν έκαναν τις ετοιμασίες τους , τα ξύλινα πατώματα των σπιτιών τάπλεναν με θερμό νερό (η καλλίτερη απολύμανση) και μετά πάλι με ζεστό τάτριβαν με κυπαρισσόκλαρα κι ευωδίαζαν όλο το καλοκαίρι.

Εδώ ο στιχουργός θέλει τα ρούχα του να παίρνουν τη μυρωδιά τού γιασεμιού που απλώθηκαν πάνω του να στεγνώσουν. Έχει όμως κι αλληγορική σημασία μου φαίνεται το δίστιχο. Ο ποιητής αναθυμάται τα νιάτα του, τότε που περπατούσε κι ευωδίαζε ο τόπος⸱ και τώρα αυτό το γιασεμί μαράθηκε, κάηκεν απ’ τη ρίζα. Δεν έχει που ν’ απλώσει τα ρούχα του για να μυρίσουν και τώρα ωραία. Δεν λέει βέβαια ότι τώρα βρωμάει αλλά ότι απλώς μαράθηκε το γιασεμί, κάηκεν απ’ τη ρίζα, κι αυτό είναι αρκετό. Τα υπόλοιπα εννοούνται. Συγκρατήσου καρδιά μου. Μην πετάς τόσο πολύ στα σύννεφα μ’ αυτά τα δίστιχα. 

Κάτι τέτοια σκεφτόμουν κι έλεγα: Θεέ μου, τώρα που γερνώ, κάνε να μην μ’ εγκαταλείψει τουλάχιστον το μυαλό. Μην τα χάσω, μην τρελαθώ και δεν ξέρω τι κάνω. Μη χάσω την αξιοπρέπειά μου. Νάχω τουλάχιστον τα λογικά μου, που είναι το σπουδαιότερο, για να αντέχει και η ψυχή να παλεύει. Να μην πάθω άνοια, κατάθλιψη, πάρκινσον, αλτσχάϊμερ, καμμία αποσυνθετική όπως τη λένε αρρώστια, κι ένα σωρό άλλα που παθαίνουν οι γέροντες, τους βλέπεις και τους λυπάσαι. Γιατί δεν θέλει πολύ να πάρει λάθος δρόμο το μυαλό του ανθρώπου και περισσότερο σε μεγάλη ηλικία. Γιατί τί είναι το μυαλό; Μια μηχανούλα που ξαφνικά μπορεί να λασκάρει ελαφρώς και να μείνεις απροστάτευτος. Διότι το μυαλό μάς προστατεύει. Λίγο να απορρυθμιστεί η λειτουργία του δεν μπορείς να κάνεις τίποτα. Αντιθέτως να πάθεις πολύ σοβαρά πράγματα. Από το να μην μπορείς να οδηγήσεις, να χάσεις το θάρρος σου, μέχρι να μην έχεις αίσθηση του χρόνου και του χώρου, του περιβάλλοντος. Να μην γνωρίζεις ούτε το παιδί σου, να μην ξέρεις που βρίσκεσαι και τι κάνεις. Διότι ο εγκέφαλος προστατεύει απ’ όλ’ αυτά, και τώρα κάτι έπαθε, κάπου αδυνάτισε. Κι είναι ένα όργανο τόσο ευαίσθητο. Συνεπώς ανά πάσαν στιγμήν μπορεί κάτι να πάθει, ώστε να μην μπορείς να ελέγξεις τον εαυτό σου, αφού όσο περνούν τα χρόνια όλα αμβλύνονται. Μακάρι να κρατηθεί κανένας υγιής όσο ζει, κυρίως από πλευράς μυαλού.


II. Να και ο Θεός: Κι εκεί που τα λέγαμε ήρεμα, ούτε που κατάλαβα πως έφερε ξαφνικά στην κουβέντα το Θεό. «Όλα, είπε, έρχονται από ‘κει πάνω, απ’ το Θεό»,  δείχνοντας μάλιστα με το δάχτυλο  κατά τον ουρανό. Και καθώς μ’ έβλεπε στενοχωρημένον συμπλήρωσε: «Μην στεναχωριέσαι. Η μάννα σου σε βλέπει από ‘κει ψηλά και στεναχωριέται κι αυτή».

Δεν άντεξα. Για πες μου, απάντησα, τί θα πει από πάνω ή από κάτω. Για να αποκριθεί: εκ των άνω. Ύστερα το λέει και η εκκλησία. Όλα είναι εκ των άνω. Και «πᾶσα δόσις ἀγαθή και πᾶν δώρημα τέλειον ἄνωθεν εστί…» συμπλήρωσε θριαμβευτικά. 

Τι να κάνω, το γύρισα στην πλάκα λέγοντας: Για πες μου σε παρακαλώ, που είναι, προκειμένου περί Θεού, το πάνω και το κάτω; Το δεξιά και το αριστερά, το πέρα και το δώθε; Δώσε μου κι εμένα να καταλάβω. Και συμπλήρωσα: θέλω να πω, πώς τον φαντάζεσαι τον Θεό; Γέρον, αξύριστον, ως κάτι συγκεκριμένο; Να τον βλέπεις σαν μεγαλοδύναμον, μικρόν, μεγάλον, ορατόν, αόρατον; Δηλαδή παλαβά πράγματα προκειμένου περί Θεού. Να λες ότι δεν καταλαβαίνω, δεν μπορώ, αδυνατώ, δεν φτάνω να προσεγγίσω την έννοια του Θεού ναι, αλλά να έχεις το Θεό ως κάτι συγκεκριμένο, να δίνεις σχήμα, σάρκα και οστά, μορφή σε κάτι που δεν καταλαβαίνεις; Γιατί εγώ το μόνο που καταλαβαίνω, προκειμένου περί Θεού, είναι ότι τα έργα του είναι αθάνατα, δεν πεθαίνουν ποτέ. Γι’ αυτό ο Θεός είναι αθάνατος. Σ’ αυτά καταλαβαίνω το Θεό, στα αθάνατα έργα του και στα απροσμέτρητα μυστήρια γύρω τ’ ανερμήνευτα, που αντιλαλούν την αγωνία μας. Και πάντως να ξέρεις –σ’ αυτό είμαι σίγουρος– ότι τον Θεό δεν θα τον βρεις ποτέ εκεί που σφάζονται οι άνθρωποι. Και δυστυχώς σφάζονται πολλών λογιών.

Όσο για τη μάννα μου, που με βλέπει καθώς λες στενοχωρημένον από ‘κει ψηλά και στεναχωριέται κι αυτή, πες μου, σε ικετεύω, από πού πάνω με βλέπει; Και το κυριώτερο: Καλά αυτή η μάννα στεναχωριόταν όταν ήταν ζωντανή εδώ στη γη. Αγωνιούσε, είχε έγνοιες για τα παιδιά της, για χίλια δύο. Στεναχωριέται και τώρα που πέθανε; Δεν θα πάψει ποτέ πια να ανησυχεί αυτή η μάννα; Τι λες, επιτέλους, άνθρωπέ μου;


III. Αγαθά: Συνυπάρχουν τα αγαθά, και με τον άνθρωπο και τα ζωντανά. Μόνο του κανένα και το ένα εξαρτάται από το άλλο. Αγαθά σκεφτόμουν. Παλιά ο αγαθός άνθρωπος ήταν η πιο καλή κουβέντα. Σήμαινε τον καλό, τον ήπιο, τον ευγενή κι ήταν συνώνυμο σχεδόν του εσθλός (λαμπρός), χρηστός, αμείνων, άριστος, κρείττων, κράτιστος, βελτίων, βέλτιστος. Θυμάστε τα ανώμαλα επίθετα στη γραμματική του Τζαρτζάνου. Ένα τέτοιο ήταν το αγαθός. Σήμαινε ακόμη τον ανδρείο, τον άξιο. Και συνδεόταν και μ’ άλλα επίθετα. Όλοι θυμόμαστε το καλός καγαθός, ή σοφός καγαθός, δίκαιος καγαθός κ.λ.π. Και γενικά το επίθετο είχε καλή σημασία

Ως συνήθως, ήμουν απελπισμένος, όταν τηλεφώνησε ο φίλος μου ο ράφτης.
-Δάσκαλε, μου είπε –έτσι με λέει πάντα– και η φωνή του ήταν σα ναρχόταν από πολύ μακριά. Ιδίως εκείνο το «δάσκαλε» ήταν σαν τονωτική ένεση. Ωραίες λέξεις που δημιουργούν ωραία συναισθήματα. Και απορείς πώς αυτή η τόσο όμορφη, θεϊκή λέξη αγαθός (Διδάσκαλε αγαθέ), έφθασε να σημαίνει τον αφελή, τον ανόητο, τον εύπιστο. Είναι, λέμε σήμερα, αγαθιάρης, αγαθούτσικος.

Όμως με τα αγαθά ξεκινήσαμε και ξεστρατίσαμε στα γλωσσικά. Ας επανέλθουμε λοιπόν. Θυμήθηκα, λέω, τα παλιά. Το τηγάνι το μαύρο απ’ τους καπνούς, που ήταν μονίμως πάνω σε δύο πέτρες, στην πίσω μεριά του τζακιού κι από κάτω ανάβαμε φωτιά και τηγανίζαμε πατάτες, μελιτζάνες, κολοκυθάκια, πιπεριές. Κάναμε και καμμιά σκορδαλιά. Τι ωραία η μελιτζάνα ή το κολοκυθάκι με απλωμένη πάνω τη σκορδαλιά! Αγαθά, είπα πάλι. Και η λέξη με ό,τι σκέφτηκα, για τις μελιτζάνες και τα υπόλοιπα ήταν σαν δυναμωτικό. Ωραίες σκέψεις, ωραία συναισθήματα, ωραίες λέξεις. Κι από ‘κει και πέρα άλλες σκέψεις.

Τι είναι αυτά τα αγαθά; Οι μελιτζάνες ας πούμε και τα άλλα που μας θρέφουν. Τι είναι η δημιουργία; Συμβάλλεις κι εσύ, είπα, στο θαύμα της φύσης. Γίνεσαι ενεργό μέλος αρκεί να πάρεις ένα σποράκι να το βάλεις στη γη κι απέ δίνεις τη δυνατότητα να γίνει ένα θαύμα. Το σποράκι του σύκου, αυτό το ασήμαντο, το «δυνάμει όν», που λέει ο Αριστοτέλης να γίνεται ολόκληρη συκιά, με τον κορμό της, τις ρίζες της, τα φύλλα της, το γάλα της, που πήζει ως και τυρί καθώς λέει ο Όμηρος, τα σύκα της, άσπρα, μαύρα, μελισσά, μικρά μεγάλα, πρώϊμα, όψιμα, για τσαπέλες, τα σκάδια όπως λέγονται ακόμα στα χωριά (και νάναι η λέξη η αρχαία ισχάς ισχάδος), όλα της ανεξερεύνητα μυστήρια που έτσι θα μείνουν. Διότι ας μαζευτούν όλοι οι ειδικοί επιστήμονες (βιολόγοι, γενετιστές, φυσικοί, γεωπόνοι) με τα τελειότερα μέσα, τα ηλεκτρονικά τους μικροσκόπια, μ’ ό,τι θέλουν κι όσο θέλουν τέλος πάντων, ας το σπάσουν, ας αναλύσουν το σποράκι, ας κάνουν και χημικές αντιδράσεις. Δεν θα ανακαλύψουν πουθενά κανένα σχεδιασμό τού δέντρου που πρόκειται να αναπτυχθεί και κρύβει μέσα του τούτο το σποράκι το ασήμαντο, χωρίς να είναι το μόνο, αλλά όλα του φυσικού κόσμου των μυριάδων μυριάδων μορφών. Και δεν κρύβω ότι συγκινούμαι όταν αγγίζω τέτοια μυστήρια. Όταν τα χαϊδεύει η ψυχή και τη χαϊδεύουν κι αυτά. 

Και σκέφτομαι πως κάποτε όλ’ αυτά είχαν αξία, νόημα, ενώ σήμερα με την πληθώρα των αγαθών έπαψαν να είναι αγαθά μυστήρια θαυμαστά. Δεν συγκινούν πια, αφού αποξενώθηκε ο άνθρωπος. Δεν τα βάζουμε τα σποράκια, τις κουκούδες στο χώμα με τα χεράκια μας, να τα σκαλίσουμε, να τα ποτίσουμε, να τα δούμε να καρπίζουν να χαρούμε το θαύμα. Να βοηθήσουμε και κανέναν αναγκαιμένον. Να κάνουμε το σταυρό μας όταν καθόμαστε όλοι γύρω απ’ το τραπέζι να φάμε σαν άνθρωποι. 

Κι αυτά που έχουμε σήμερα αγαθά τα λέμε μα δεν συγκινούν. Όπως το επίθετο αγαθός που από ευγενής, δίκαιος, σοφός, άξιος έγινε ανόητος, αφελής, χαζούλης. Έχουμε όλα τα αγαθά, αλλά έγιναν κι αυτά πλαστικά, ψεύτικα σαν τη λέξη. Κάποτε κάναμε μηχανική μεταφορά ξένων σχημάτων και όρων στα ελληνικά. Τώρα εκποιούμε τη γλώσσα μας. Την αρνούμαστε, τη διώκουμε, δεν την αφήνουμε σε χλωρό κλαρί με πρώτα τα κανάλια (κανάλι = οχετός, βόθρος) και τα πολιτικά κόμματα, όποιο ιδεολογικό «πρόσημο», όπως λένε κι αν έχουν. Έχουμε εγκληματήσει απέναντι στον εαυτό μας.

ΔΕΙΤΕ ΤΑ ΟΛΑ ΣΤΗΝ ΚΑΤΗΓΟΡΙΑ ΑΡΘΡΑ
Του Ανδρέα Πετρουλάκη
Το κλίκ της ημέρας
Του Ανδρέα Πετρουλάκη

Πρόσφατα Νέα

Η δική σας είδηση