Το αυξημένο κόστος και η υποχώρηση των προθέσεων για ταξίδια στο εξωτερικό διαμορφώνουν ένα απαιτητικό περιβάλλον για τον ευρωπαϊκό τουρισμό το τελευταίο τετράμηνο του 2026. Η Μεσόγειος, ωστόσο, διατηρεί την ελκυστικότητά της στις αγορές μακρινών αποστάσεων, προσφέροντας στην Ελλάδα περιθώρια ενίσχυσης της επισκεψιμότητας πέρα από το καλοκαίρι.
Σύμφωνα με το Long-Haul Travel Barometer 3/2026 της European Travel Commission (ETC), η χώρα συγκαταλέγεται στις πέντε πρώτες επιλογές της Νότιας και Μεσογειακής Ευρώπης, με ποσοστό προτίμησης 15%. Η έρευνα πραγματοποιήθηκε τον Αύγουστο σε επτά αγορές: Αυστραλία, Βραζιλία, Καναδά, Κίνα, Ιαπωνία, Νότια Κορέα και ΗΠΑ.
Τα ευρήματα αποτυπώνουν διατηρούμενο ενδιαφέρον για τους ευρωπαϊκούς προορισμούς, αλλά και μεγαλύτερη επιφυλακτικότητα στις ταξιδιωτικές αποφάσεις. Για την Ελλάδα, η πρόκληση είναι να μετατρέψει αυτό το ενδιαφέρον σε επισκέψεις, με ανταγωνιστικές τιμές, ευκολότερη πρόσβαση και εμπειρίες που παραμένουν διαθέσιμες μετά τη θερινή περίοδο.
Το κόστος περιορίζει
τις ταξιδιωτικές προθέσεις
Το 50% των ερωτηθέντων σχεδιάζει ταξίδι στο εξωτερικό μεταξύ Σεπτεμβρίου και Δεκεμβρίου 2026, έναντι 55% την αντίστοιχη περίοδο του 2025. Παράλληλα, η πρόθεση επίσκεψης στην Ευρώπη υποχωρεί από 38% σε 34%, καταγράφοντας την πίεση που δέχεται η ταξιδιωτική ζήτηση.
Οι τιμές αποτελούν βασικό εμπόδιο: το 30% όσων προσανατολίζονται σε προορισμούς εκτός Ευρώπης επικαλείται το υψηλό κόστος ως λόγο της επιλογής του. Για τους επισκέπτες από μακρινές αγορές, άλλωστε, τα αεροπορικά εισιτήρια απορροφούν σημαντικό μέρος του συνολικού προϋπολογισμού.
Σε αυτό το περιβάλλον, η σχέση τιμής και προσφερόμενης εμπειρίας αποκτά ιδιαίτερη βαρύτητα. Η ποιότητα των υπηρεσιών, οι διαθέσιμες δραστηριότητες και η ευκολία μετακίνησης συνυπολογίζονται στην τελική απόφαση, μαζί με τις δαπάνες μεταφοράς και διαμονής.
Παρά τις πιέσεις, η Νότια και Μεσογειακή Ευρώπη παραμένει βασικός πόλος έλξης: το 67% όσων σχεδιάζουν να επισκεφθούν την Ευρώπη το τελευταίο τετράμηνο του έτους επιθυμεί να ταξιδέψει στη συγκεκριμένη περιφέρεια. Στην κατάταξη προηγείται η Γαλλία με 52% και ακολουθούν η Ιταλία με 35%, η Ισπανία με 25%, η Πορτογαλία με 19% και η Ελλάδα με 15%.
Η ελληνική παρουσία στην πρώτη πεντάδα αποτελεί θετική αφετηρία για τη διεκδίκηση επισκεπτών εκτός καλοκαιριού, χωρίς πάντως να προεξοφλεί αντίστοιχη αύξηση των αφίξεων.
Η διατήρηση του ενδιαφέροντος για τη Μεσόγειο δείχνει ότι η υποχώρηση των ταξιδιωτικών προθέσεων δεν επηρεάζει όλους τους προορισμούς με τον ίδιο τρόπο. Η Ελλάδα καλείται να αναδείξει τι προσφέρει στον επισκέπτη σε σχέση με τη συνολική δαπάνη του ταξιδιού, σε μια περίοδο κατά την οποία οι συγκρίσεις μεταξύ χωρών και εναλλακτικών διαδρομών αποκτούν μεγαλύτερη σημασία.
Ταξίδια σε περισσότερες χώρες
με «κλειδί» τη συνδεσιμότητα
Οι ταξιδιώτες από μακρινές αγορές τείνουν να συνδυάζουν περισσότερους ευρωπαϊκούς προορισμούς στην ίδια διαδρομή. Το 66% σχεδιάζει να επισκεφθεί τουλάχιστον δύο χώρες, ενώ μόλις το 34% περιορίζεται σε μία. Ο μέσος όρος διαμορφώνεται σε 2,7 χώρες ανά ταξίδι και φτάνει τις 3,3 για τους Αυστραλούς.
Η διάρκεια παραμονής ευνοεί αυτούς τους συνδυασμούς. Το 58% των υποψήφιων επισκεπτών προγραμματίζει από επτά έως 14 διανυκτερεύσεις στην Ευρώπη, με τη μέση διάρκεια να υπολογίζεται σε περίπου 11 διανυκτερεύσεις.
Για την Ελλάδα, η τάση δημιουργεί δυνατότητες ένταξης σε ευρύτερα ευρωπαϊκά ταξιδιωτικά προγράμματα. Προϋποθέτει, όμως, επαρκείς συνδέσεις και μετακινήσεις που δεν επιβαρύνουν υπερβολικά ούτε το κόστος ούτε τον διαθέσιμο χρόνο των επισκεπτών.
Ενδεικτικά, το 45% των ερωτηθέντων σκοπεύει να χρησιμοποιήσει αεροπορικές εταιρείες χαμηλού κόστους για τις μετακινήσεις μεταξύ ευρωπαϊκών χωρών και το 44% εταιρείες πλήρους εξυπηρέτησης. Αντίστοιχα, το 40% εξετάζει τη χρήση σιδηροδρομικών καρτών και το 39% εισιτηρίων τρένου για συγκεκριμένες διαδρομές.
Ξεχωριστό ενδιαφέρον παρουσιάζει και το υψηλό ποσοστό νέων επισκεπτών: το 53% όσων σχεδιάζουν ταξίδι στην Ευρώπη θα την επισκεφθεί για πρώτη φορά. Το ποσοστό ανέρχεται σε 61% στην Κίνα και 57% στις ΗΠΑ.
Πρόκειται για ένα κοινό που μπορεί να τροφοδοτήσει και μελλοντικά ταξίδια, εφόσον η πρώτη εμπειρία ανταποκριθεί στις προσδοκίες του.
Η δυνατότητα συνδυασμού γνωστών αξιοθέατων με λιγότερο προβεβλημένους προορισμούς μπορεί να ενισχύσει την ελληνική παρουσία σε αυτά τα ταξίδια. Για έναν επισκέπτη που μοιράζει τον χρόνο του σε περισσότερες χώρες, οι σαφείς πληροφορίες για τις αποστάσεις, τις συνδέσεις και τις διαθέσιμες εμπειρίες διευκολύνουν τον προγραμματισμό και μπορούν να επηρεάσουν τόσο την επιλογή της Ελλάδας όσο και τη διάρκεια παραμονής του.
Πολιτισμός, πόλεις και φύση
μπορούν να παρατείνουν τη σεζόν
Οι προτιμήσεις των ταξιδιωτών αναδεικνύουν δυνατότητες ανάπτυξης πέρα από το μοντέλο «ήλιος και θάλασσα». Τα αρχιτεκτονικά μνημεία και τα αστικά αξιοθέατα συγκεντρώνουν από 36% στις επιλογές για τα φθινοπωρινά ταξίδια, ενώ ακολουθούν τα φυσικά αξιοθέατα με 35%.
Για τους ελληνικούς προορισμούς, τα στοιχεία ενισχύουν τη σημασία του πολιτισμού, των σύντομων αποδράσεων στις πόλεις και των δραστηριοτήτων στη φύση. Σε συνδυασμό με τη γαστρονομία και την ανάδειξη λιγότερο προβεβλημένων περιοχών, μπορούν να διαμορφώσουν ελκυστικές προτάσεις για τους μήνες μετά το καλοκαίρι.
Η επιμήκυνση της περιόδου, ωστόσο, απαιτεί περισσότερα από την προβολή. Η λειτουργία καταλυμάτων και επιχειρήσεων, η διαθεσιμότητα δραστηριοτήτων και οι αξιόπιστες μεταφορές καθορίζουν κατά πόσο ένας προορισμός μπορεί να υποδεχθεί και να εξυπηρετήσει επισκέπτες το φθινόπωρο και τον χειμώνα.
Το πολιτιστικό απόθεμα, η αρχιτεκτονική και το φυσικό περιβάλλον δίνουν τη δυνατότητα διαμόρφωσης διαφορετικών προτάσεων ανά περιοχή. Περιηγήσεις σε ιστορικά κέντρα, επισκέψεις σε μουσεία και αρχαιολογικούς χώρους, γνωριμία με την τοπική κουζίνα και διαδρομές στην ύπαιθρο μπορούν να εμπλουτίσουν το πρόγραμμα των επισκεπτών, προσφέροντας περισσότερους λόγους παραμονής μετά τους μήνες αιχμής. Παράλληλα, η διεύρυνση της τουριστικής περιόδου μπορεί να συνδυαστεί με μεγαλύτερη γεωγραφική διασπορά της επισκεψιμότητας. Η ανάδειξη περιοχών που διαθέτουν δραστηριότητες και υπηρεσίες εκτός καλοκαιριού δημιουργεί περιθώρια συμμετοχής περισσότερων τοπικών επιχειρήσεων στην τουριστική αγορά. Προϋπόθεση παραμένει η συνεργασία των εμπλεκόμενων φορέων, ώστε η προβολή κάθε προορισμού να ανταποκρίνεται στις πραγματικές δυνατότητες εξυπηρέτησης των ταξιδιωτών.
Η έρευνα της ETC καταγράφει επομένως μια υπαρκτή ευκαιρία, μέσα σε συνθήκες συγκρατημένης ζήτησης. Η αξιοποίησή της από την Ελλάδα θα εξαρτηθεί από την ανταγωνιστικότητα του συνολικού κόστους, τη συνδεσιμότητα και τη δυνατότητα προσφοράς ολοκληρωμένων ταξιδιωτικών εμπειριών σε μεγαλύτερο μέρος του έτους.




