της Μαρίας Λαμπροπούλου
«Έχει χαθεί η μπάλα»... Άχαρη έκφραση της νεοελληνικής γλώσσας που χρησιμοποιείται κατά κόρον. Υποδηλώνει τη σύγχυση, την απώλεια ελέγχου, το χάος, την αποσύνθεση. Καίτοι προκαλεί απέχθεια λόγω της «γλωσσικής φτώχειας» της, αποτυπώνει γλαφυρά την εικόνα του χάους. Ναι… Έχει χαθεί η μπάλα σε όλα τα επίπεδα της κοινωνίας και της ζωής και απαιτούνται ωκεανοί ψυχραιμίας για να μην κυριαρχήσει η απελπισία και όλα τα ζοφερά της επακόλουθα.
Δεν είναι λίγοι οι άνθρωποι που συνειδητά δεν παρακολουθούν ειδήσεις, παρά μόνο ελάχιστες φορές στο διαδίκτυο, αποφεύγοντας συστηματικά να έρθουν σε επαφή με εξαιρετικά δυσάρεστα γεγονότα, για να μην επηρεαστεί αρνητικά η ψυχολογία τους. Κυοφορείται, έτσι, ο κίνδυνος απώλειας επαφής με την επικαιρότητα και με χρήσιμες πληροφορίες, ενισχύεται όμως ταυτόχρονα η προστασία από το γκριζόμαυρο του κόσμου. Και ενώ αυτό αποτελεί, ίσως, τρόπο αποφυγής από τη «διαδικτυακή μαυρίλα», δεν συμβαίνει το ίδιο με την ίδια ευχέρεια στις ζωές μας.
Οι ζωές μας είναι «τα σπίτια της ψυχής μας». Μοιραία, κατά τη διάρκεια του βίου μας, θα υπάρξουν σ’ αυτά άπειροι επισκέπτες. Κατά συντριπτική πλειοψηφία, οι ίδιοι ανοίγουμε την πόρτα και τους καλοδεχόμαστε, θεωρώντας ως δεδομένο ότι θ’ ανταποκριθούν στις καλές μας προθέσεις. Άλλες φορές, καταφέρνουν να μπουν ως λύκοι, φορώντας κατάλευκη προβιά. Μαντέψτε τι γίνεται συνήθως! Ναι, «χάνεται η μπάλα» και κατά κύριο λόγο την «εξαφανίζουν» οι «άτεγκτοι» υποστηρικτές και θιασώτες εντιμότητας που μπήκαν με τα εντυπωσιακά αλλά «βρώμικα στις σόλες» παπούτσια τους στο «ταπεινό τσαρδάκι της ψυχής μας». Και, φυσικά, για τους τοξικούς επικριτές με τη διχαλωτή γλώσσα, ο φταίχτης είναι πάντα ο παθών και όχι ο αυτουργός… Η λύση; Το αποφασιστικό και με κάθε κόστος κλείσιμο του κύκλου.
Οι ζωές μας αποτελούνται από άπειρους, ομόκεντρους κύκλους που κινούνται ταυτόχρονα, με διαφορετικές ταχύτητες και κλείνουν είτε αργά -αργά και ομαλά, είτε απότομα και ερμητικά. Κάποιοι από αυτούς, παρόλο που βάσει μαθηματικών και γεωμετρίας δεν θα συναντηθούν ποτέ, λειτουργούν σαν «βίοι παράλληλοι» και είναι αλληλοεξαρτώμενοι. Συμβαίνει να κλείνουν ταυτόχρονα, απότομα και με πάταγο, ξυπνώντας τον προσωπικό μας εγκέλαδο. Καλούμαστε να χειριστούμε συμπεριφορές, καταστάσεις και συναισθήματα που όλα αυτά μαζί αποτελούν μία Λερναία Ύδρα που, αντί να εξουδετερώνεται από την Ηράκλειο σπάθα, πολλαπλασιάζεται εφιαλτικά. Εκεί επεμβαίνει ο παράγοντας «παντελόνι» ως Ιόλαος με τη δάδα!
Κάποτε διάβασα ότι «το παντελόνι είναι περίεργο και ζόρικο ρούχο». Η έννοια ήταν μεταφορική, όχι κυριολεκτική. Όλοι μας το έχουμε μάθει αυτό «the hard way» (με τον δύσκολο τρόπο). Ισχύει ότι το να «φοράς παντελόνια», ανεξαρτήτως φύλου (πρώτου, δεύτερου, «τρίτου» ή και «τέταρτου» πλέον), προϋποθέτει να έχεις ψυχή, ειλικρίνεια, τόλμη, θάρρος και υγιές θράσος. Να μην πετάς τις πέτρες πίσω σε αυτούς που σου τις πέταξαν, αλλά να τις συγκεντρώνεις για να χτίσεις... ή για να ξαναχτίσεις. Ν’ αναλαμβάνεις τις ευθύνες σου, να εξαντλείς τις προσπάθειές σου για να διαθέτεις το ισχυρό άλλοθι πως έπραξες ό,τι ήταν ανθρωπίνως δυνατό για το καλύτερο. Να έχεις υπερηφάνεια και να κλείνεις με πάταγο την πόρτα πίσω σου όταν είναι απαραίτητο (όπως ο συγκλονιστικός Αλσέστ στον «Μισάνθρωπο» του Μολιέρου), αδιαφορώντας επιδεικτικά για κάποιους που θα το χαρακτηρίσουν «αδυναμία». Το «παντελόνι» προϋποθέτει κυρίως να μην πατάς πάνω σε ανθρώπινες ψυχές για να προάγεις τα ποταπά προσωπικά σου συμφέροντα, ταΐζοντας μ’ αυτόν τον τρόπο την αδηφάγα ματαιοδοξία σου. Αλλά, ακόμη και αν κάποιος διαθέτει την ψυχολογία ερπετού για να ενεργήσει με τον μόνο τρόπο που ξέρει, δηλαδή έρποντας, σημαίνει ότι εσύ είχες να του «δώσεις». Οι «κλέφτες» δεν μπαίνουν σε «άδεια σπίτια», μπαίνουν -ή τους επιτρέπεται να μπαίνουν- στα «σπίτια-ψυχές» που έχουν να δώσουν. Το ευτύχημα - δυστύχημα είναι πως όσο και να «κλέψουν», όσο και να «λεηλατήσουν», όσο και να τα «τουρκέψουν», κάποια «σπίτια-ψυχές» πάντα θα έχουν περιεχόμενο. Τα «κλοπιμαία» κάποτε θα εξαντληθούν. Η επιλογή, πλέον, για την άδεια εισόδου είναι δική μας, όπως επίσης και το απότομο κλείσιμο στους «κλέφτες» για να περιφέρουν μάταια το σαρκίο τους στους προσωπικούς τους εφιάλτες.




