Στα 41 δισ. ευρώ τα ανεπίδεκτα είσπραξης χρέη προς το Δημόσιο

Παρασκευή, 12 Ιούνιος 2026 07:50 | E-MAIL ΕΚΤΥΠΩΣΗ
Στα 41 δισ. ευρώ τα ανεπίδεκτα είσπραξης χρέη προς το Δημόσιο

Η ΑΑΔΕ προχωρά έως το τέλος του 2026 στην ένταξη επιπλέον οφειλών ύψους 6 δισ. ευρώ στην κατηγορία των «ανεπίδεκτων είσπραξης», στο πλαίσιο της προσπάθειας για πιο ρεαλιστική αποτύπωση του πραγματικού εισπράξιμου χαρτοφυλακίου του Δημοσίου. Η συντριπτική πλειονότητα των νέων υποθέσεων αφορά πολύ μεγάλα χρέη, καθώς περίπου 5,8 δισ. ευρώ προέρχονται από οφειλές άνω του 1,5 εκατ. ευρώ ανά περίπτωση, ενώ μόλις 200 εκατ. ευρώ αντιστοιχούν σε μικρότερες οφειλές.

Σύμφωνα με τα τελευταία διαθέσιμα στοιχεία της φορολογικής διοίκησης, τον Μάρτιο του 2026 τα συνολικά ληξιπρόθεσμα χρέη προς το Δημόσιο είχαν διαμορφωθεί στα 114,5 δισ. ευρώ. Από αυτά, περισσότερα από 35,2 δισ. ευρώ είχαν ήδη χαρακτηριστεί ως ανεπίδεκτα είσπραξης, ποσοστό που αντιστοιχεί σχεδόν στο 31% του συνόλου. Με την προσθήκη των νέων 6 δισ. ευρώ, το σχετικό ποσό αναμένεται να ξεπεράσει τα 41 δισ. ευρώ, αντιπροσωπεύοντας πλέον πάνω από το 36% των συνολικών ληξιπρόθεσμων οφειλών.

Οι συγκεκριμένες οφειλές αφορούν περιπτώσεις στις οποίες έχουν εξαντληθεί όλα τα διαθέσιμα μέσα είσπραξης και αναγκαστικής εκτέλεσης, χωρίς να καταστεί δυνατή η είσπραξή τους. Πρόκειται κυρίως για χρέη που παραμένουν ανενεργά επί πολλά χρόνια, παρά τις προσπάθειες των φορολογικών αρχών για εντοπισμό περιουσιακών στοιχείων ή άλλων πηγών αποπληρωμής.

Το ισχύον θεσμικό πλαίσιο προβλέπει αυστηρές προϋποθέσεις για τον χαρακτηρισμό μιας οφειλής ως ανεπίδεκτης είσπραξης. Απαιτείται να έχουν ολοκληρωθεί όλες οι απαραίτητες έρευνες, να έχει διαπιστωθεί αντικειμενική αδυναμία είσπραξης, να έχουν κινηθεί οι προβλεπόμενες ποινικές διαδικασίες όπου απαιτείται και να συνταχθεί ειδική αιτιολογημένη έκθεση από αρμόδιο ελεγκτή της ΑΑΔΕ.

Με τις αλλαγές που θεσπίστηκαν το 2025 διευρύνθηκαν τα κριτήρια υπαγωγής, επιτρέποντας σε ορισμένες περιπτώσεις τον χαρακτηρισμό οφειλών ως ανεπίδεκτων ακόμη και όταν υπάρχουν περιορισμένα περιουσιακά στοιχεία. Συγκεκριμένα, η αξία της ακίνητης περιουσίας δεν μπορεί να υπερβαίνει το 5% της βασικής οφειλής και σε κάθε περίπτωση τις 100.000 ευρώ, ενώ για την κινητή περιουσία προβλέπεται όριο 30.000 ευρώ. Επιπλέον, ειδικές ρυθμίσεις ισχύουν για επιχειρήσεις που βρίσκονται επί χρόνια σε εκκαθάριση ή πτώχευση, καθώς και για οφειλές αποβιωσάντων χωρίς περιουσία και χωρίς αποδοχή κληρονομιάς από τους κληρονόμους.

Η ένταξη μιας οφειλής στα ειδικά βιβλία ανεπίδεκτων είσπραξης δεν συνεπάγεται διαγραφή της. Αντίθετα, το χρέος παραμένει καταγεγραμμένο για διάστημα δέκα ετών, κατά το οποίο αναστέλλεται η παραγραφή του. Παράλληλα, ο οφειλέτης δεν μπορεί να λάβει φορολογική ενημερότητα, παρά μόνο βεβαίωση οφειλής, ενώ παραμένει σε ισχύ η δυνατότητα επιβολής δεσμεύσεων σε τραπεζικούς λογαριασμούς, επενδυτικά προϊόντα και θυρίδες.

Το Δημόσιο διατηρεί επίσης το δικαίωμα να επανεξετάσει οποιαδήποτε στιγμή την υπόθεση και να προχωρήσει σε νέα μέτρα αναγκαστικής είσπραξης ή συμψηφισμούς, εφόσον εντοπιστούν νέα περιουσιακά στοιχεία ή μεταβληθεί η οικονομική κατάσταση του οφειλέτη. Στόχος της διαδικασίας δεν είναι η διαγραφή χρεών, αλλά ο διαχωρισμός εκείνων που θεωρούνται πρακτικά αδύνατο να εισπραχθούν από τις οφειλές για τις οποίες εξακολουθούν να υπάρχουν ουσιαστικές πιθανότητες ανάκτησης στο μέλλον.

ΔΕΙΤΕ ΤΑ ΟΛΑ ΣΤΗΝ ΚΑΤΗΓΟΡΙΑ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ
Του Ηλία Μακρή
Το κλίκ της ημέρας
Του Ηλία Μακρή

Πρόσφατα Νέα