Τα ελληνικά «Harrods» και η φωτιά του που άλλαξε το λιανεμπόριο…

Οι εμπρησμοί των μεγάλων πολυκαταστημάτων (1980–1981)

Σάββατο, 20 Δεκέμβριος 2025 14:49 | | E-MAIL ΕΚΤΥΠΩΣΗ
Τα ελληνικά «Harrods» και η φωτιά του που άλλαξε το λιανεμπόριο…

Στο μεταίχμιο του 1980–1981 συντελέστηκε μια από τις πιο καθοριστικές τομές στην ιστορία του ελληνικού λιανεμπορίου. Μια αλληλουχία εμπρησμών σε εμβληματικά πολυκαταστήματα της Αθήνας και του Πειραιά δεν κατέστρεψε μόνο κτίρια και επιχειρήσεις, αλλά επιτάχυνε βαθιές οικονομικές και θεσμικές αλλαγές, με μακροχρόνιες συνέπειες για την αγορά και την αστική ζωή.

Στις 19 Δεκεμβρίου 1980, λίγες ημέρες πριν από τα Χριστούγεννα, πυρπολήθηκαν ταυτόχρονα το ΜΙΝΙΟΝ και ο ΚΑΤΡΑΤΖΟΣ, δύο κορυφαία πολυκαταστήματα του κέντρου της Αθήνας. Η χρονική συγκυρία προσέδωσε ισχυρό συμβολισμό: τα καταστήματα αυτά αποτελούσαν πυλώνες της εορταστικής εμπορικής ζωής της πόλης. Το σοκ ήταν άμεσο και γενικευμένο.

Το δεύτερο κύμα ακολούθησε το καλοκαίρι του 1981. Στις 4 Ιουλίου πυρπολήθηκαν τα πολυκαταστήματα Κλαουδάτος και Ατενέ, ενώ την ίδια περίοδο καταστράφηκε και ο Δραγώνας. Τρεις ημέρες αργότερα, στις φλόγες παραδόθηκε ο Λαμπρόπουλος στον Πειραιά. Και οι έξι υποθέσεις παρέμειναν ανεξιχνίαστες και με την πάροδο του χρόνου παραγράφηκαν.

Τα πολυκαταστήματα αυτά δεν ήταν απλοί χώροι αγορών. Από τη δεκαετία του 1950 έως τα τέλη της δεκαετίας του 1970 λειτούργησαν ως φορείς εκσυγχρονισμού της ελληνικής κατανάλωσης. Εισήγαγαν σταθερές τιμές, ετήσιες εκπτώσεις, μαζική διαφήμιση, κυλιόμενες σκάλες, κλιματισμό και την ιδέα της αγοραστικής εμπειρίας ως κοινωνικού γεγονότος. Ιδιαίτερα το ΜΙΝΙΟΝ, υπό τη διοίκηση του Γιάννη Γεωργάκα, εξελίχθηκε σε πρότυπο σύγχρονου πολυκαταστήματος με μεγάλη οικονομική και πολιτισμική απήχηση, απασχολώντας περίπου 1.000 εργαζομένους και διαθέτοντας πάνω από 120.000 κωδικούς προϊόντων.

Οι εμπρησμοί δεν αποτέλεσαν τη μοναδική αιτία της παρακμής, λειτούργησαν όμως ως καταλύτης. Η κεφαλαιοποίηση τόκων, η έκρηξη του δανεισμού, το υψηλό κόστος χρήματος και το θεσμικό πλαίσιο της εποχής -με χαρακτηριστικό το καθεστώς των «προβληματικών επιχειρήσεων»- επιβάρυναν καθοριστικά τις μεγάλες ελληνικές εμπορικές μονάδες. Η αποδυνάμωσή τους άνοιξε τον δρόμο για μια «ομαλή» αλλά αδυσώπητη μετάβαση.

Τα μεγάλα ελληνικά πολυκαταστήματα εξέφραζαν έναν τύπο εμπορίου ενσωματωμένο στην πόλη και στην κοινωνία της. Δεν λειτουργούσαν μόνο ως σημεία πώλησης, αλλά ως αστικοί θεσμοί. Η κατάρρευσή τους σήμανε και την απώλεια ενός τρόπου οργάνωσης της καθημερινότητας, όπου η αγορά είχε ρυθμό, προσμονή και κοινωνική διάσταση.

Η είσοδος των πολυεθνικών δεν ήρθε ως ρήξη αλλά ως αντικατάσταση. Κάλυψε ένα κενό με αποτελεσματικότητα, όγκο και χαμηλό κόστος. Όμως το νέο μοντέλο αποσυνδέθηκε από τον αστικό πυρήνα και την τοπική μνήμη. Το εμπόριο μεταφέρθηκε εκτός κέντρου, η εμπειρία τυποποιήθηκε και η σχέση μετατράπηκε σε συναλλαγή.

Ιστορικά, αυτή η μετάβαση δεν μπορεί να ιδωθεί μόνο ως οικονομική εξέλιξη. Αποτελεί ένδειξη μιας βαθύτερης μεταβολής στον τρόπο με τον οποίο η ελληνική κοινωνία αντιλαμβάνεται τον δημόσιο χώρο, την κατανάλωση και την έννοια της συνέχειας.

Τα ελληνικά πολυκαταστήματα δεν χάθηκαν απλώς· αντικαταστάθηκαν από ένα σύστημα χωρίς μνήμη. Η μετάβαση αυτή δεν υπήρξε μόνο οικονομική. Υπήρξε βαθιά πολιτισμική. Τα ελληνικά πολυκαταστήματα υπήρξαν φορείς μνήμης, κοινωνικής συνοχής και αστικής ταυτότητας. Τα ξένα υπερκαταστήματα συμβόλισαν μια παγκοσμιοποιημένη, ουδέτερη κατανάλωση.

Έτσι, το πέρασμα από τον Έλληνα λιανέμπορο στα ξένα υπερκαταστήματα σηματοδότησε το τέλος μιας εποχής και την αρχή ενός νέου μοντέλου, που εξακολουθεί να καθορίζει τον τρόπο με τον οποίο ψωνίζουμε, κινούμαστε και θυμόμαστε τις πόλεις μας.

Και ίσως εκεί βρίσκεται το ουσιαστικότερο ίχνος εκείνης της εποχής: όχι στις φλόγες που κατέστρεψαν τα κτίρια, αλλά στη σιωπή με την οποία χάθηκε ένας ολόκληρος αστικός πολιτισμός.

ΔΕΙΤΕ ΤΑ ΟΛΑ ΣΤΗΝ ΚΑΤΗΓΟΡΙΑ ΑΡΘΡΑ
Του Ανδρέα Πετρουλάκη
Το κλίκ της ημέρας
Του Ανδρέα Πετρουλάκη

Πρόσφατα Νέα