Λακε-Δαιμονικά: Στο άκρο του Ταινάρου το φως επιμένει και το πέρασμα δεν σβήνει

Λαογραφικά οδοιπορικά της Λακωνίας

Παρασκευή, 24 Απρίλιος 2026 13:57 | | E-MAIL ΕΚΤΥΠΩΣΗ
Λακε-Δαιμονικά: Στο άκρο του Ταινάρου το φως επιμένει και το πέρασμα δεν σβήνει

Η διαδρομή προς το νοτιότερο άκρο -το τέρμα- της ηπειρωτικής Ελλάδας είναι μια σταδιακή απογύμνωση. Όσο προχωρώ προς το μπλε του ορίζοντα, το τοπίο μοιάζει να σβήνει ένα-ένα τα στοιχεία που θα μπορούσαν να παρηγορήσουν τον μοναχικό διαβάτη: η βλάστηση χαμηλώνει, οι σκιές λιγοστεύουν, η πέτρα κυριαρχεί. Ο άνεμος δεν σταματά σχεδόν ποτέ και η θάλασσα, ως επιβλητική παρουσία, ανοίγεται μπροστά χωρίς καμία υπόσχεση επιστροφής. Το αφιλόξενο μονοπάτι οδηγεί προς τον φάρο, έναν από τους πιο απομονωμένους της Ελλάδας, χτισμένος τον 19ο αιώνα για να καθοδηγεί τα πλοία σ’ ένα από τα πιο επικίνδυνα θαλάσσια περάσματα. Κι όμως, όσο τον πλησιάζω, γίνεται όλο και πιο σαφές ότι το φως του δεν είναι το μόνο που καθορίζει αυτόν τον τόπο.

Καθώς βαδίζω προς τον φάρο, σχεδόν ενδιάμεσα στη διαδρομή, το βλέμμα μου πέφτει σε κάτι που αρχικά μοιάζει ασύνδετο με το τοπίο: ένα ψηφιδωτό, εκτεθειμένο στο φως, απομεινάρι μιας άλλης εποχής που επιμένει να παραμένει ορατή. Χρονολογείται στους ύστερους ρωμαϊκούς χρόνους και φαίνεται να ανήκε σε κτίριο που σχετιζόταν με τη μυστικιστική δραστηριότητα της περιοχής, πιθανότατα με τον ευρύτερο χώρο του ιερού ή με εγκαταστάσεις φιλοξενίας. Τα γεωμετρικά του μοτίβα (κύκλοι, πλέγματα, επαναλαμβανόμενες μορφές) λειτουργούν ως μια οπτική γλώσσα που υποδηλώνει τάξη, επανάληψη, ίσως και έναν τρόπο να δοθεί σχήμα σε κάτι που διαφορετικά θα παρέμενε ακαθόριστο. Σ’ έναν τόπο που από την αρχαιότητα συνδέθηκε με το πέρασμα και τη διάρρηξη των ορίων, η παρουσία ενός τέτοιου μοτίβου μου μοιάζει σχεδόν ειρωνική: μια προσπάθεια να οργανωθεί το χάος, να χαραχθεί μια σταθερότητα πάνω σε ένα έδαφος που ποτέ δεν υπήρξε πραγματικά σταθερό.

Γιατί το Ταίναρο δεν είναι απλώς ένα γεωγραφικό άκρο στον χάρτη του κόσμου. Είναι ένας τόπος που από την αρχαιότητα νοήθηκε ως όριο όχι μόνο του χώρου, αλλά και του χρόνου, ακόμα και της ίδιας της εμπειρίας της ζωής. Οι αρχαίες πηγές, από τον Παυσανίας έως μεταγενέστερους συγγραφείς, αναφέρονται στο Ταίναρο ως το σημείο όπου βρισκόταν μία από τις εισόδους στον Άδη. Όχι μεταφορικά, κυριολεκτικά, ως άνοιγμα στη γη, ως πέρασμα προς έναν κόσμο που δεν ανήκε στους ζωντανούς. Η ύπαρξη σπηλαίου στην περιοχή, κοντά στο άκρο, ενίσχυσε αυτή την αντίληψη, δημιουργώντας έναν τόπο όπου τα νήματα της γεωλογίας και της μυθολογίας αλληλουφαίνονται.

Φτάνοντας στον πολυπόθητο προορισμό, ο φάρος παύει να είναι μια σιλουέτα στον ορίζοντα και αποκτά επιτέλους υλική υπόσταση μέσα στον χώρο. Παίρνει τη μορφή ενός αυστηρού, επιβλητικού γίγαντα που στέκει εκτεθειμένος στον άνεμο και στα στοιχεία της φύσης, χωρίς τίποτα να τον προστατεύει αλλά και χωρίς τίποτα να τον φοβίζει. Σταματώ μπροστά του και, σχεδόν ευλαβικά, αγγίζω το πέτρινο σώμα του. Το νιώθω τραχύ, ζεσταμένο από τον ήλιο, όμως αυτό το περίμενα. Εκείνο που δεν περίμενα είναι η ενέργεια που ένιωσα να τυλίγει το χέρι μου και να φωλιάζει στην ψυχή μου. Υπάρχει κάτι παράδοξο στη συνύπαρξη αυτής της αφής με τη λειτουργία του ίδιου του φάρου: ένα ανθρώπινο έργο που δημιουργήθηκε για να δίνει κατεύθυνση, να φωτίζει, να ορίζει με ακρίβεια το επικίνδυνο πέρασμα. Κι όμως, στεκόμενος εδώ, γίνεται σαφές ότι αυτό το φως δεν ήρθε για να καταργήσει όσα προϋπήρχαν, αλλά για να σταθεί επάνω τους, σχεδόν διστακτικά, σαν μια νεότερη στρώση πάνω σε έναν τόπο που δεν έπαψε ποτέ να ανήκει και σε κάτι άλλο.

Καθώς στρέφω το βλέμμα προς το βραχώδες τοπίο που απλώνεται χαμηλότερα, η αίσθηση αυτή γίνεται πιο έντονη. Το φως υπάρχει, αλλά δεν αρκεί για να διαλύσει το βάρος που φέρει ο τόπος. Είναι σαν να φωτίζει μόνο την επιφάνεια, προστατεύοντας αυτό που ελλοχεύει στις σκιές. Και ίσως αυτό να είναι το πρώτο στοιχείο που διαφοροποιεί το Ταίναρο από άλλα τοπία: εδώ το φως δεν καταργεί το σκοτάδι, συνυπάρχει σε μια ανίερη συμφωνία μαζί του.

Σύμφωνα με τη μυθολογία, από αυτό ακριβώς το σημείο κατέβηκε ο Ηρακλής για να ολοκληρώσει τον δωδέκατο άθλο του, την αρπαγή του Κέρβερο, του φύλακα του κάτω κόσμου. Η αφήγηση δεν τον θέλει να αναζητά απλώς μια πύλη, αλλά να περνά μέσα από αυτήν και να επιστρέφει, μεταφέροντας μαζί του κάτι που δεν ανήκει στον κόσμο των ζωντανών. Το Ταίναρο, έτσι, δεν είναι μόνο τόπος καθόδου αλλά και επιστροφής, ένα σημείο όπου η διάκριση ανάμεσα στους κόσμους μπορεί, έστω και προσωρινά, ν’ ανατραπεί.

Στον ίδιο χώρο τοποθετείται και η κάθοδος του Ορφέα, ο οποίος επιχειρεί να επαναφέρει την αγαπημένη του Ευρυδίκη στον επάνω κόσμο. Σε αντίθεση με τον Ηρακλή, η δική του προσπάθεια δεν βασίζεται στη δύναμη αλλά στον ήχο, στη μουσική, σε μια μορφή επικοινωνίας που αγγίζει το άυλο. Και όμως, αποτυγχάνει όχι επειδή δεν βρήκε τον δρόμο, αλλά επειδή δεν κατάφερε να τηρήσει το όριο. Το Ταίναρο, σε αυτή την αφήγηση, γίνεται ο τόπος όπου δοκιμάζεται όχι μόνο η πρόσβαση στον κάτω κόσμο, αλλά και η ικανότητα επιστροφής από αυτόν.

Οι αφηγήσεις αυτές δεν λειτουργούν μεμονωμένα. Συνθέτουν μια συνολική αντίληψη του χώρου ως πεδίου επαφής με το αόρατο, κάτι που ενισχύεται και από την παράδοση που θέλει στο Ταίναρο να λειτουργεί νεκρομαντείο, ένας τόπος όπου οι ζωντανοί επιχειρούσαν να επικοινωνήσουν με τους νεκρούς. Σε αντίθεση με άλλα γνωστά νεκρομαντεία, όπως το Νεκρομαντείο του Αχέροντα για το οποίο διαθέτουμε πιο συγκεκριμένα αρχαιολογικά δεδομένα, το Ταίναρο παραμένει πιο ασαφές, σχεδόν απρόσιτο σε πλήρη τεκμηρίωση. Και ίσως αυτό να ενισχύει ακόμη περισσότερο τη θέση του στη λαϊκή φαντασία: δεν είναι ένας χώρος πλήρως αποκαλυμμένος, αλλά ένας τόπος που επιμένει να διατηρεί ένα μέρος του εαυτού του εκτός ερμηνείας.

Σε αυτό το πλαίσιο, ο φάρος αποκτά μια σχεδόν ειρωνική διάσταση. Χτισμένος για να προσφέρει προσανατολισμό, για να διασφαλίζει τη διέλευση, στέκει σ’ έναν τόπο που για αιώνες συνδέθηκε με την απώλεια του υπαρξιακού προσανατολισμού. Το φως του περιστρέφεται αδιάκοπα, χαράσσοντας κύκλους πάνω στη θάλασσα, σαν να προσπαθεί να επιβάλει μια τάξη εκεί όπου η ίδια η έννοια της τάξης αμφισβητείται. Και όμως, δεν ακυρώνει τίποτα από όσα προηγήθηκαν. Αντίθετα, συνυπάρχει με αυτά, προσθέτοντας μια ακόμη στρώση σ’ έναν τόπο που δεν έπαψε ποτέ να επανανοηματοδοτείται.

Στη λαογραφία της Μάνης, το Ταίναρο δεν περιγράφεται απαραίτητα με συγκεκριμένους θρύλους που έχουν σαφή μορφή και αφήγηση. Αντίθετα, συνοδεύεται από μια σειρά άγραφων παραδοχών, από μια γνώση που μεταβιβάστηκε μέσα από το ένστικτο. Υπάρχουν σημεία που δεν τα πλησιάζεις μόνος, ώρες της ημέρας που δεν ενδείκνυνται για παραμονή, ένα είδος άτυπης συμφωνίας ότι ο τόπος αυτός απαιτεί σεβασμό. Δεν πρόκειται για φόβο με την απλοϊκή έννοια, αλλά για μια αναγνώριση ότι το τοπίο εδώ κρύβει πολλά περισσότερα από όσα αφήνει ν’ αποκαλυφθούν.

Καθώς στέκομαι στο άκρο, με τον φάρο πίσω μου και τη θάλασσα να ξανοίγεται μπροστά αδάμαστη και ατέρμονη, γίνεται δύσκολο να διαχωρίσω το παρόν από τις αφηγήσεις που το έχουν στιγματίσει. Δεν υπάρχει κάποιο ορατό σημάδι που να δηλώνει «εδώ βρίσκεται η πύλη», καμία επιγραφή που να επιβεβαιώνει όσα ψιθυρίζονται εδώ και αιώνες. Και όμως, η αίσθηση παραμένει. Ίσως τελικά αυτό να είναι και το ουσιαστικότερο χαρακτηριστικό του Ταινάρου, ότι δημιουργεί τις συνθήκες εκείνες που θα παίξουν με το μυαλό και θα το αναγκάσουν να ψάξει για την ερμηνεία πίσω από το πέπλο του μύθου. Ότι υπενθυμίζει πως η ανθρώπινη ανάγκη να ορίσει τα όρια του κόσμου, υλικού και άυλου, περνά συχνά μέσα από τόπους σαν κι αυτόν, τόπους όπου το φως δεν έρχεται για να διαλύσει το σκοτάδι -έρχεται για να μας δείξει μέχρι πού φτάνει.

Ό,τι διαβάσατε εδώ, ίσως να είναι απλώς μια ακόμα ιστορία.

Ίσως πάλι… ένα ακόμη Λακε-Δαιμονικό.

| Από την εβδομαδιαία έντυπη έκδοση «Λακωνικός Τύπος Plus+»

> Κυκλοφορεί κάθε Δευτέρα στα περίπτερα και στην πόρτα σας.

Έκθεση εικόνων

ΔΕΙΤΕ ΤΑ ΟΛΑ ΣΤΗΝ ΚΑΤΗΓΟΡΙΑ ΑΡΘΡΑ
Του Αντρέα Πετρουλάκη
Το κλίκ της ημέρας
Του Αντρέα Πετρουλάκη

Πρόσφατα Νέα