Υπάρχει μια σκοτεινή γοητεία στους τόπους που ενώ μοιάζουν αφιλόξενοι, νιώθεις μια ακατανίκητη έλξη να τους εξερευνήσεις. Τόπους απόκρημνους, μονόχρωμους, απόμακρους, όπου μέχρι και η φύση διστάζει να φυτρώσει και το αλάτι της θάλασσας εξαγνίζει καθετί μιαρό που τολμά να την ταράξει. Το Τηγάνι αυτή στενή χερσόνησο της Μέσα Μάνης, είναι ένας απ’ αυτούς τους φαινομενικά αφιλόξενους τόπους που όμως έχουν απλώς αποδεχθεί τη μοναχική τους μοίρα. Όσο πλησιάζεις το τοπίο αδειάζει από οτιδήποτε περιττό, η βλάστηση χαμηλώνει, η πέτρα κυριαρχεί και η μόνη πινελιά χρώματος είναι το απέραντο μπλε της θάλασσας. Μέχρι που το μάτι σου πέφτει πάνω στα ίχνη ενός οικισμού... Και ο μύθος ξυπνά από τον λήθαργο και αναμοχλεύει την σκόνη των αναμνήσεων...
Το Τηγάνι, μια στενή, χαμηλή λωρίδα γης, μήκους περίπου ενάμιση χιλιομέτρου, που εισχωρεί στη θάλασσα σαν τη λαβή ενός σκεύους, δεν αφήνει περιθώρια στη φαντασία για το πώς πήρε το όνομά του. Από τη μία πλευρά ο όρμος του Μέζαπου, από την άλλη το ανοιχτό πέλαγος, και ανάμεσά τους μια γη που στενεύει, απομονώνεται και τελικά καταλήγει σ’ έναν σχεδόν στρογγυλό, απόκρημνο βράχο, υψωμένο περίπου πενήντα μέτρα πάνω από τη θάλασσα. Εκεί, σ’ ένα σημείο που περιβάλλεται από νερό στις τρεις πλευρές και κρατά απόσταση ακόμη και από την κοντινή ακτή, οργανώθηκε μια μικρή βυζαντινή πόλη.
Η χερσόνησος του Τηγανιού φιλοξενεί τα ερείπια ενός οχυρωμένου οικισμού με ιστορία που εκτείνεται βαθιά στον χρόνο, ήδη από τη βυζαντινή περίοδο και πιθανότατα από τον 6ο αιώνα, σε μια εποχή κατά την οποία η αυτοκρατορία επιχειρεί να ενισχύσει τις αμυντικές της γραμμές μέσω εκτεταμένων οικοδομικών προγραμμάτων. Η επιλογή του σημείου δεν αφήνει περιθώρια αμφιβολίας ως προς τη λειτουργία του: πρόκειται για φυσικό οχυρό, μια λωρίδα γης που ελέγχει τη διέλευση και ταυτόχρονα προστατεύεται από τη μορφολογία της. Τα σωζόμενα κατάλοιπα, τμήματα τειχών, δεξαμενές, ίχνη κατοικιών, δείχνουν ότι δεν επρόκειτο για μεμονωμένο στρατιωτικό φυλάκιο, αλλά για οργανωμένο οικισμό με σταθερή παρουσία. Η αρχιτεκτονική του χώρου υπακούει σε μια λογική άμυνας και επιτήρησης, όπου κάθε άνοιγμα, κάθε ύψωμα, κάθε καμπή του εδάφους φαίνεται να έχει ληφθεί υπόψη.
χερσονήσου, και χαμηλότερα στον βράχο, διακρίνεται ένα μεγάλο σπήλαιο, με μήκος και βάθος που το καθιστούν περισσότερο εσωτερικό χώρο παρά φυσική κοιλότητα. Στο ανατολικό του άκρο σώζονται τα ίχνη μιας πρωτοχριστιανικής εκκλησίας του 7ου αιώνα, της Παναγίας της Οδηγήτριας, της λεγόμενης Αγήτριας, με τρεις αψίδες που μαρτυρούν μια αίγλη δυσανάλογη προς τη σημερινή της σιωπή. Γύρω από τον οικισμό, διάσπαρτα μέσα στο έδαφος, εντοπίζονται λείψανα νεκρόπολης, με τάφους που χρονολογούνται πριν από τον 7ο αιώνα και ευρήματα όπως γυάλινα μυροδόχα και κοσμήματα, στοιχεία μιας ζωής που αν και δεν διασώθηκε, άφησε πίσω τα ίχνη της ύπαρξής της. Ακόμη και οι μικρές στέρνες, διάσπαρτες στον χώρο, εντάσσονται σε μια παράδοση που τις θέλει να αντιστοιχούν στις ημέρες του χρόνου, μια λεπτομέρεια που, είτε ακριβής είτε συμβολική, δείχνει πόσο βαθιά ο τόπος συνδέθηκε με την ιδέα του αέναου χρόνου.
Η μεταγενέστερη ιστορία του Τηγανιού εντάσσεται σ’ ένα ευρύτερο πλαίσιο διαρκών μεταβολών εξουσίας στη Μάνη. Μετά τη φραγκική κατάκτηση της Πελοποννήσου, ο τόπος αποκτά νέα σημασία, και ορισμένοι μελετητές προτείνουν την ταύτισή του με το χαμένο κάστρο Grande Magne, ένα από τα σημαντικότερα οχυρά της περιοχής, η ακριβής θέση του οποίου παραμένει μέχρι σήμερα αντικείμενο συζήτησης, αν και η ταύτιση με τη Grande Magne παραμένει αβέβαιη, κυρίως λόγω της απουσίας φραγκικών καταλοίπων και της έλλειψης φυσικού λιμανιού. Σε κάθε περίπτωση, ο οικισμός φαίνεται να χρησιμοποιείται έως και τον 16ο αιώνα, με την εγκατάλειψή του να τοποθετείται γύρω στο 1570, σε μια περίοδο που οι ισορροπίες στην περιοχή αλλάζουν οριστικά.
Από εκεί και πέρα, το Τηγάνι περνά σε μια διαφορετική κατάσταση ύπαρξης. Δεν καταστρέφεται, δεν εξαφανίζεται, αλλά παραμένει σχεδόν ακέραιο ως προς τη μορφή του, εκτεθειμένο στον χρόνο. Ένα επιβλητικό, αλλά ερειπωμένο κουφάρι, με μια επιμονή επιβίωσης που σου επιβάλλει να το σεβαστείς. Περπατώντας ανάμεσα στα ερείπια, η αίσθηση δεν είναι ότι επισκέπτεσαι έναν αρχαιολογικό χώρο με σαφώς οριοθετημένο παρελθόν, αλλά ότι βρίσκεσαι μέσα σ’ ένα πεδίο όπου τα νήματα διαφορετικών χρονικοτήτων συνυπάρχουν. Το βλέμμα δεν σταματά σε ένα σημείο, παρά αεικίνητο προσπαθεί να διακρίνει κάτι που δεν αποκαλύπτεται εύκολα. Καθώς προχωρώ προς το άκρο της χερσονήσου, η ενέργεια του τόπου με καθηλώνει. Και ακριβώς εκεί που η γη τελειώνει, ξεκινά μια αφήγηση που ενω δεν ανήκει σε καμία επίσημα καταγεγραμμένη ιστορία, έχει γίνει κομμάτι του θρύλου της περιοχής.
Λένε πως, όταν το κάστρο πολιορκήθηκε και η έκβαση είχε πλέον κριθεί, οι πύργοι δεν έπεσαν αμέσως. Κράτησαν για λίγο ακόμη, τόσο όσο χρειαζόταν για να γίνει αποδεκτό ότι δεν υπήρχε επιστροφή. Οι άνθρωποι μέσα τους το γνώριζαν ήδη πριν ακουστεί η τελική κραυγή. Και κάπου εκεί, γεννήθηκες ο μύθος…
Μια Μανιατοπούλα, ορφανή, που βρέθηκε στο πλευρό της κυρίας του φρουρίου, μιας βυζαντινής αρχόντισσας που η παράδοση ταυτίζει με την Άννα Αγγελίνα Κομνηνή, όταν ήρθε η στιγμή της κατάληψης, στάθηκε δίπλα στη δική της “φάρα”. Βοήθησε τους Μανιάτες να εισέλθουν, να κατακτήσουν το φρούριο, ν’ ανατρέψουν τη μοίρα του. Και ύστερα, σαν να μην υπήρχε θέση γι’ αυτήν σε κανέναν από τους δύο κόσμους, ανέβηκε στο άλογο και κατευθύνθηκε προς το άκρο. Κι όταν η πολιορκία έσπασε, η απόφασή της, ψυχρή και τελεσίδικη, καθοδήγησε τις κινήσεις της. Εκεί, στο άκρο του κόσμου, το άλογό της όρμησε στο κενό.
Στον βράχο διακρίνονται, ή τουλάχιστον έτσι λένε, ακόμα και σήμερα χαραγές που μοιάζουν με ίχνη οπλών. Δεν είναι καθαρές, χρειάζεται να σταθείς, να προσαρμόσεις το βλέμμα σου στο φως, ν’ αποδεχτείς ότι ίσως να μην τις δεις ποτέ με βεβαιότητα. Και όμως, από τη στιγμή που ξέρεις τον μύθο δεν μπορείς ν’ αντισταθείς στο να τις αναζητήσεις. Στη δυτική πλευρά του βράχου, οι ντόπιοι θα σου δείξουν ένα συγκεκριμένο σημείο. Δεν υπάρχει κάποια επεξηγηματική επιγραφή, μόνο μια χαραγή που, αν τη δεις από τη σωστή γωνία, μοιάζει με πέταλο αλόγου. Την αποκαλούν «το χαλί της βασιλοπούλας», ένα όνομα που διαδόθηκε όπως οι αφηγήσεις που είναι υπεράνω λογικής και επιστημονικής εξήγησης. Εκεί, λένε, πάτησε για τελευταία φορά το άλογο πριν το κενό. Και το γεγονός ότι το σημάδι δεν διακρίνεται εύκολα, ότι χρειάζεται να σου το δείξουν, ή να θελήσεις να το δεις, ή να ξέρεις να το αναζητήσεις, κάνει τον θρύλο ακόμα πιο γοητευτικό, γιατί για λίγο έχεις την ελπίδα ότι θα τον δεις να ξεφεύγει από τη σφαίρα της φαντασίας και να αποκτά μορφή.
Πριν φύγω, ομολογώ ότι στάθηκα για ώρα στο ίδιο σημείο, παρατηρώντας επίμονα το ανάγλυφο της πέτρας. Οι χαραγές μπολιάζονται με τις φυσικές φθορές, οι ρυτίδες του βράχου αλληλοχαράζονται. Αυτό το κρυφτό του μύθου με την ύλη, που τον διαισθάνεσαι να ελλοχεύει μέσα στην πιθανότητα, αυτό είναι και όλη η ουσία της εμπειρίας της στιγμής. Δεν ξέρεις ποτέ πόσο θα σε επηρεάσει ένας τόπος μέχρι να πατήσεις τα χώματά του. Το βάρος των αιώνων που κουβαλά στα τείχη του, οι σκιές των ανθρώπων που δρόσιζαν τα σοκάκια του, οι σκέψεις, τα συναισθήματα, οι αποφάσεις που σφράγισαν τη μοίρα του. Ψάχνοντας τα ίχνη της θυσίας της Μανιατοπούλας, ακόμα και αν δεν τα βρεις, θα κληθείς αναπόφευκτα ν’ αναζητήσεις και το γιατί σε γοητεύει αυτή η ιστορία, γιατί έχεις την ανάγκη να βρεις χειροπιαστές αποδείξεις ότι είναι αληθινή και όχι ένας ακόμα αστικός θρύλος. Και εκεί, σε αυτή σου την αναζήτηση, κατανοείς, με τρόπο που δεν μπορείς να ορίσεις ακριβώς, πως το τοπίο έχει ψυχή. Την ψυχή του αιώνιου φύλακα της θυσίας.
Ό,τι διαβάσατε εδώ ίσως να είναι απλώς μια ιστορία.
Ίσως πάλι… ένα ακόμη Λακε-Δαιμονικό.
| Από την εβδομαδιαία έντυπη έκδοση «Λακωνικός Τύπος Plus+»
> Κυκλοφορεί κάθε Δευτέρα στα περίπτερα και στην πόρτα σας.




